Η οργάνωση Human Rights Watch δημοσιεύει μια έκθεση-κόλαφο για τη ρατσιστική, ξενοφοβική βία στην Ελλάδα.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τον Μάιο του 2011, τις ημέρες που ακολούθησαν τη δολοφονία ενός Έλληνα, του Μανώλη Καντάρη, στο κέντρο της Αθήνας, συμμορίες Ελλήνων, επετίθεντο αδιακρίτως σε μετανάστες και αιτούντες άσυλο, τους οποίους κυνηγούσαν στους δρόμους, τους κατέβαζαν διά της βίας από τα λεωφορεία, τους χτυπούσαν και τους μαχαίρωναν, προφανώς ως αντίποινα για τη δολοφονία.

Η έξαρση της βίας κατά των μεταναστών προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες. Ωστόσο, οι επιθέσεις σε βάρος μεταναστών και αιτούντων άσυλο είχαν ξεκινήσει πολύ πριν από τον Μάιο του 2011 και, έκτοτε, συνεχίζονται με τρομακτική συχνότητα τόσο στην Αθήνα όσο και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Μετανάστες και αιτούντες άσυλο μίλησαν στη Human Rights Watch για περιοχές της Αθήνας που αποτελούν πραγματικό άβατο μετά τη δύση του ηλίου λόγω του φόβου επιθέσεων από ομάδες, συχνά μαυροντυμένων, Ελλήνων με βίαιες διαθέσεις. Ο Yunus Mohammadi, πρόεδρος της αφγανικής κοινότητας στην Ελλάδα, μας είπε ότι έχει αρχίσει να δείχνει σε νεοαφιχθέντες μετανάστες έναν χάρτη των Αθηνών, όπου σημειώνονται με κόκκινο οι περιοχές τις οποίες θα πρέπει να αποφεύγουν. «Αυτό ακριβώς έκανα στο Αφγανιστάν με τον Ερυθρό Σταυρό για τις περιοχές εκείνες που έπρεπε να αποφεύγει κανείς λόγω των εχθροπραξιών», δήλωσε ο Mohammadi. «Και ορίστε που κάνω το ίδιο σε μια ευρωπαϊκή χώρα».

Η Ελλάδα, μια χώρα που υπερηφανεύεται για το πνεύμα φιλοξενίας της, έχει την τελευταία δεκαετία καταστεί αναμφισβήτητα αφιλόξενη για πολλούς αλλοδαπούς. Ενώ οι τουρίστες είναι ευπρόσδεκτοι, οι μετανάστες και οι αιτούντες άσυλο βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα εχθρικό περιβάλλον, όπου διατρέχουν τον κίνδυνο της κράτησης σε απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες, της ένδειας και της ξενοφοβικής βίας.

Η παρούσα Έκθεση στηρίζεται σε συνεντεύξεις που πήρε η Human Rights Watch από 59 άτομα τα οποία ήταν θύματα ή παρ’ ολίγον θύματα ξενοφοβικής επίθεσης, μεταξύ των οποίων και 51 σοβαρές επιθέσεις, στο διάστημα από τον Αύγουστο του 2009 μέχρι τον Μάιο του 2012. Μεταξύ των θυμάτων σοβαρών επιθέσεων ήταν μετανάστες και αιτούντες άσυλο εννέα διαφορετικών εθνικοτήτων, καθώς και δύο έγκυες γυναίκες. Οι μαρτυρίες των θυμάτων παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες: οι περισσότερες επιθέσεις γίνονται βράδυ, σε πλατείες ή κοντά σε αυτές· οι επιτιθέμενοι, μεταξύ των οποίων είναι και γυναίκες, κινούνται σε ομάδες και συχνά φορούν σκουρόχρωμα ρούχα, έχοντας καλυμμένα τα πρόσωπά τους με μαντίλια ή κράνη· παρότι δεν σπανίζουν οι επιθέσεις ξυλοδαρμού με γυμνά χέρια, οι επιτιθέμενοι χρησιμοποιούν επίσης συχνά ρόπαλα ή μπουκάλια μπίρας ως όπλα· στις περισσότερες επιθέσεις τα θύματα δέχονται προσβολές και υποδείξεις ώστε να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι επιτιθέμενοι προβαίνουν μέχρι και σε ληστεία των θυμάτων.

Μεταξύ των μεταναστών και αιτούντων άσυλο που παραχώρησαν συνέντευξη στη Human Rights Watch ήταν ο Ali Rahimi, ένας Αφγανός αιτών άσυλο, ο οποίος τραυματίστηκε πέντε φορές στον θώρακα από μαχαίρι έξω από πολυκατοικία στον Άγιο Παντελεήμονα τον Σεπτέμβριο του 2011, ο Mehdi Naderi, ένας Αφγανός μετανάστης χωρίς έγγραφα, ο οποίος φέρει εμφανή ουλή στη μύτη ύστερα από επίθεση που δέχθηκε τον Δεκέμβριο του 2011 από συμμορία που τον χτύπησε με ξύλα και μια σιδερόβεργα κοντά στην πλατεία Αττικής· και η Maria N., Αφγανή πρόσφυγας η οποία υπέστη σοβαρό τραυματισμό στο αριστερό της χέρι τον Αύγουστο του 2011, όταν δύο άνδρες σε διερχόμενη μοτοσικλέτα την χτύπησαν με ξύλινο ρόπαλο που έφερε σιδερένια καρφιά.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 η Ελλάδα έχει καταστεί η κυριότερη πύλη εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τους μετανάστες χωρίς έγγραφα και τους αιτούντες άσυλο από την Ασία και την Αφρική. Η επί σειρά ετών κακή διαχείριση των πολιτικών μετανάστευσης και ασύλου και πιο πρόσφατα η βαθιά οικονομική κρίση έχουν αλλάξει τη δημογραφική εικόνα της πρωτεύουσας. Ειδικότερα, το κέντρο της Αθήνας φιλοξενεί μεγάλο πληθυσμό αλλοδαπών, οι οποίοι ζουν σε συνθήκες ένδειας, διαμένοντας σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, πλατείες και πάρκα. Οι ανησυχίες για την αύξηση της εγκληματικότητας και την υποβάθμιση του αστικού κέντρου αποτελούν πλέον κυρίαρχο στοιχείο των καθημερινών συζητήσεων, καθώς και του πολιτικού λόγου.

Κόμματα από ολόκληρο το ιδεολογικό φάσμα συσχετίζουν συστηματικά και ρητά την παράνομη μετανάστευση με τα δεινά της πρωτεύουσας. Η παράνομη μετανάστευση και η εγκληματικότητα στην Αθήνα αποτέλεσαν κορυφαία θέματα της πολιτικής ατζέντας πριν από τις εθνικές εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου του 2012. Τα τελευταία χρόνια, κόμματα με εθνικιστική και ακροδεξιά ιδεολογία, όπως η Χρυσή Αυγή, έχουν αυξήσει σε μεγάλο βαθμό τη δύναμη και τη δημοτικότητά τους εκμεταλλευόμενα ως επί το πλείστον το αντιμεταναστευτικό αίσθημα. Έχοντας καταλάβει μία έδρα στο Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας το 2010, η Χρυσή Αυγή έλαβε ικανό ποσοστό ψήφων στις εθνικές εκλογές του Ιουνίου του 2012, ώστε να διασφαλίσει την είσοδό της στη Βουλή για πρώτη φορά στα χρονικά του κόμματος. Θα καταλάβει συνολικά 18 έδρες.

Η εκμετάλλευση των εύλογων ανησυχιών που δημιουργεί η εγκληματικότητα, σε συνδυασμό με τη γενικότερη δυσχέρεια λόγω της οικονομικής κρίσης, φαίνεται ότι καλλιέργησε ένα κλίμα μη ανεκτικότητας απέναντι στους μετανάστες και τους αιτούντες άσυλο. Όπως δήλωσε κάτοικος της Αθήνας: «Δεν ήμουν ποτέ ρατσίστρια, αλλά τώρα πλέον έχω γίνει. Γιατί δεν μπορούμε να τους στείλουμε όλους πίσω;» Τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί στο κέντρο της πρωτεύουσας οι επονομαζόμενες «ομάδες πολιτών», ως αυτόκλητες συνοικιακές μονάδες περιπολίας, οι οποίες οργανώθηκαν, όπως ισχυρίζονται, για να εκτελούν περιπολίες στους δρόμους και να προστατεύουν τους κατοίκους, απαλλάσσοντάς τους από τους μετανάστες. Σε ολόκληρη την πόλη υπάρχουν αναρτημένες αφίσες με άκρως αντιμεταναστευτικό περιεχόμενο, οι οποίες φέρουν την υπογραφή αυτών των ομάδων. Παρότι δεν υπάρχουν γνωστές αναλύσεις της αστυνομίας ή δικαστικές αποφάσεις που να συσχετίζουν τις ομάδες πολιτών με τις ομάδες που εξαπολύουν βίαιες επιθέσεις κατά μεταναστών και αιτούντων άσυλο, υπάρχουν ωστόσο κάποια στοιχεία που υποδεικνύουν ότι οι δράστες των βίαιων επιθέσεων είναι μέλη αυτών των ομάδων ή συνδέονται με αυτές. Δύο άνδρες και μία γυναίκα, σε βάρος των οποίων εκκρεμεί δίκη για τον τραυματισμό με μαχαίρι ενός Αφγανού αιτούντος άσυλο τον Σεπτέμβριο του 2011, εικάζεται ότι είναι μέλη ομάδας πολιτών. Τέτοιες ομάδες έχουν υπογράψει αφίσες με απειλιτικό περιεχόμενο,  οι οποίες έχουν αναρτηθεί στο κέντρο της Αθήνας. Οι κάτοικοι επιδοκιμάζουν –ή κατηγορούν– τις εν λόγω ομάδες για τη δράση τους κατά των μεταναστών, όπως, μεταξύ άλλων, για το κλείσιμο της παιδικής χαράς στην πλατεία Αγίου Παντελεήμονα, επειδή συναθροίζονταν πάρα πολλοί αλλοδαποί.

Η πραγματική έκταση της ξενοφοβικής βίας στην Ελλάδα δεν είναι γνωστή. Τα στατιστικά στοιχεία της πολιτείας δεν είναι αξιόπιστα, λόγω των ανεπαρκειών που διαπιστώνονται στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και αφορούν, αρχής γενομένης από την επιβολή του νόμου, την αναγνώριση, τη διερεύνηση και τη δίωξη κατά τρόπο άρτιο των εγκλημάτων μίσους. Η ελλιπής καταγγελία των περιστατικών βίας από τα θύματα, και ειδικότερα τους μετανάστες που δεν διαθέτουν έγγραφα, συνιστά επίσης σημαντικό πρόβλημα. Σε ολόκληρη την επικράτεια η ελληνική πολιτεία κατέγραψε μόλις δύο εγκλήματα μίσους το 2009 και μόνο ένα το 2008. Τον Μάιο του 2012 ανώτερος εισαγγελικός λειτουργός της Αθήνας, στον οποίο έχει ανατεθεί η συγκέντρωση όλων των στοιχείων που σχετίζονται με εγκλήματα μίσους, δήλωσε στη Human Rights Watch ότι εννέα υποθέσεις από το 2011 στην Αθήνα τελούσαν υπό διερεύνηση ως πιθανά εγκλήματα μίσους.

Μη κυβερνητικές πηγές συμβάλλουν στην αναπλήρωση των κενών. Τον Ιούνιο του 2011, σύμφωνα με την εκτίμηση του προέδρου της ΜΚΟ «Γιατροί Χωρίς Σύνορα» Νικήτα Κανάκη, 300 θύματα ρατσιστικών επιθέσεων είχαν καταφύγει για ιατρική βοήθεια στην κλινική της οργάνωσης στην Αθήνα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2011. Ο Τζανέτος Αντύπας, επικεφαλής της ελληνικής μη κυβερνητικής οργάνωσης «Πράξις», δήλωσε την ίδια εποχή ότι είχαν παράσχει ιατρική περίθαλψη σε περισσότερα από 200 θύματα κατά το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα. Τέλος, ένα δίκτυο ΜΚΟ κατέγραψε 63 περιστατικά στο διάστημα από τον Οκτώβριο έως τον Δεκέμβριο του 2011 στην Αθήνα και στην Πάτρα.

Η Ελλάδα έχει σαφή υποχρέωση, βάσει του Διεθνούς Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για την αποτροπή της ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας, τη διερεύνηση των εγκλημάτων και τη δίωξη των δραστών και οφείλει να καταδικάσει δημόσια και απερίφραστα αυτού του είδους τη βία. Αυτές οι υποχρεώσεις ισχύουν είτε οι δράστες είναι κρατικοί λειτουργοί είτε όχι.

Ωστόσο, από τις περιπτώσεις που τεκμηριώνονται στην παρούσα Έκθεση καταδεικνύεται ότι οι μετανάστες και οι αιτούντες άσυλο έχουν ελάχιστες πιθανότητες να δικαιωθούν. Τα θύματα ξενοφοβικών επιθέσεων στην Αθήνα αντιμετωπίζουν πολλά εμπόδια στην προσπάθειά τους να καταγγείλουν τα ποινικά αδικήματα και να κινητοποιήσουν τις διωκτικές αρχές. Οι εισαγγελείς και τα δικαστήρια δεν έχουν έως τώρα επιδείξει επιθετική στάση στη δίωξη της ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας αυτής καθαυτήν. Ανήσυχες για την οικονομική κρίση και απασχολημένες με τον έλεγχο της παράνομης μετανάστευσης, οι ελληνικές αρχές –καθώς τόσο η ΕΕ όσο και η ευρύτερη διεθνής κοινότητα– σε μεγάλο βαθμό κλείνουν τα μάτια.

Από θεωρητικής άποψης υπάρχουν τα νομικά μέσα και οι κατευθυντήριες γραμμές προς την αστυνομία. Η Ελλάδα, ευθυγραμμιζόμενη με το δεσμευτικό δίκαιο της ΕΕ, προχώρησε το 2008 στην τροποποίηση του Ποινικού της Κώδικα καθιερώνοντας το ρατσιστικό κίνητρο ως επιβαρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής. Με εγκύκλιο διαταγή που εξέδωσε το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη το 2006 προς την Ελληνική Αστυνομία δόθηκε εντολή στις αστυνομικές αρχές να διερευνούν την ύπαρξη πιθανών ρατσιστικών κινήτρων κατά την τέλεση αξιόποινης πράξης όταν το επικαλούνται οι παθόντες  και οι μάρτυρες ενός εγκλήματος, όταν υπάρχουν ενδείξεις με βάση στοιχεία αποδεκτά από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν το ομολογούν οι φερόμενοι ως δράστες ενός εγκλήματος ή όταν οι φερόμενοι ως δράστες και τα θύματα του εγκλήματος αυτοπροσδιορίζονται ή ανήκουν σε διαφορετικές φυλετικές, θρησκευτικές και κοινωνικές ομάδες.

Από πρακτικής άποψης, οι αστυνομικές αρχές δεν φαίνονται επαρκώς προετοιμασμένες ή διατεθειμένες να διερευνήσουν καταγγελίες ρατσιστικής βίας. Οι αστυνομικές ακαδημίες δεν παρέχουν εξειδικευμένη πρακτική εκπαίδευση και δεν υπάρχουν εξειδικευμένοι αστυνομικοί επιφορτισμένοι με τη διενέργεια ή την εποπτεία ερευνών που αφορούν πιθανά εγκλήματα μίσους. Παρότι οι δυνάμεις άμεσης δράσης θα διασφαλίσουν την παροχή άμεσης βοήθειας –π.χ. με την κλήση ασθενοφόρου– η Human Rights Watch έχει επανειλημμένα πληροφορηθεί ότι η αστυνομία αποθαρρύνει τα θύματα από την υποβολή εγκλήσεων ή μηνύσεων.

Θύματα από τα οποία πήραμε συνέντευξη αναφέρθηκαν σε αστυνομικούς υπαλλήλους οι οποίοι τους είχαν πει ότι ήταν μάταιο να προχωρήσουν σε μήνυση εάν δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσουν με βεβαιότητα τους δράστες ή ότι θα ήταν προτιμότερο να οργανωθούν και να ανταποδώσουν με τον ίδιο τρόπο. Η αστυνομία δήλωσε στη Human Rights Watch ότι δεν είναι εύκολο να διερευνηθούν εγκλήματα στα οποία εμπλέκονται κουκουλοφόροι δράστες. Ωστόσο, η απροθυμία της αστυνομίας να λάβει προληπτικά μέτρα ή να διενεργεί έρευνες ακόμη και σε περιοχές στις οποίες η βία είναι προβλέψιμη και επαναλαμβανόμενη καθιστά την επιχειρηματολογία αυτή κενή περιεχομένου. Τρία θύματα τα οποία ενέμειναν στην πρόθεσή τους να προχωρήσουν σε μήνυση ενημερώθηκαν ότι θα πρέπει να καταθέσουν παράβολο 100 ευρώ, το οποίο καθιερώθηκε στα τέλη του 2010, προκειμένου να αποθαρρύνεται η υποβολή μηνύσεων για ασήμαντη αφορμή, παρά το γεγονός ότι, όπως δήλωσαν δικαστικοί λειτουργοί στη Human Rights Watch, τα εγκλήματα μίσους θα διώκονται αυτεπάγγελτα χωρίς να απαιτείται η υποβολή έγκλησης (και η κατάθεση παραβόλου) εκ μέρους του θύματος. Τέλος, μετανάστες που δεν διέθεταν νόμιμα έγγραφα πληροφορήθηκαν ότι θα τεθούν υπό κράτηση εάν επιμείνουν στην κίνηση ποινικής έρευνας.

Πράγματι, ο φόβος της κράτησης και της απέλασης αναδείχθηκε στις συνεντεύξεις ως ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους οι μετανάστες απέφευγαν να ζητήσουν τη συνδρομή της αστυνομίας ύστερα από επίθεση που είχαν δεχθεί, αν και η Human Rights Watch δεν κατέγραψε περιπτώσεις στις οποίες τα θύματα πράγματι τέθηκαν υπό διοικητική κράτηση ή απελάθηκαν από την Ελλάδα μετά την υποβολή μήνυσης.

Ο τρόπος απόκρισης της δικαιοσύνης υπήρξε επίσης ανεπαρκής. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, το ρατσιστικό κίνητρο καθιερώθηκε το 2008 ως επιβαρυντική περίσταση κατά την τέλεση αξιόποινης πράξης, παρέχοντας στους δικαστές τη διακριτική ευχέρεια να επιβάλλουν την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Εξ όσων γνωρίζουμε, στα τέσσερα περίπου χρόνια από τη θέσπισή της η επιβαρυντική περίσταση του ρατσιστικού κινήτρου δεν έχει εφαρμοστεί ούτε μία φορά. Η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών δεν διαθέτει εξειδικευμένους εισαγγελείς για τον άμεσο χειρισμό ή την εποπτεία των υποθέσεων που αφορούν εγκλήματα μίσους, συμπεριλαμβανομένων και εγκλημάτων ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας.

Οι ελληνικές αρχές τείνουν να υποβαθμίζουν σε μεγάλο βαθμό την έκταση του προβλήματος· εντούτοις, πρόσφατα ελήφθησαν θετικά μέτρα. Διυπουργική ομάδα εργασίας συνεδρίασε τον Απρίλιο του 2012 προκειμένου να συζητήσει σχετικά με στοχευμένα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν για την αύξηση της ευαισθητοποίησης των αστυνομικών αρχών σε θέματα ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας, καθώς και προσπάθειες που θα πρέπει να καταβληθούν για τη βελτίωση της καταγραφής των εγκλημάτων μίσους. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η χρήση ενός ειδικού εντύπου από την αστυνομία και το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, καθώς και η δημιουργία μιας κεντρικής βάσης δεδομένων στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Επίσης, τον Απρίλιο του 2012, το Υπουργείο Δικαιοσύνης ζήτησε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να εκδώσει ειδικές κατευθυντήριες γραμμές για τους εισαγγελείς, προκειμένου να συνδράμει το έργο τους στην αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας. Τέλος, εξετάζεται η μεταρρύθμιση του Ποινικού Δικαίου ώστε να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής της επιβαρυντικής περίστασης του ρατσιστικού κινήτρου.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην τήρηση εκ μέρους της Ελλάδας των υποχρεώσεών της για αποτελεσματική πρόληψη και δίωξη της ρατσιστικής βίας. Μέχρι στιγμής τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα δεν έχουν δώσει παρά ελάχιστη έως καθόλου προσοχή στα εντεινόμενα αντιμεταναστευτικά αισθήματα και στα κρούσματα βίας σε βάρος μεταναστών και αιτούντων άσυλο. Εντούτοις, αυτή ακριβώς η πίεση που ασκείται στην Ελλάδα από τους Ευρωπαίους γείτονές της,  ώστε αφενός να αναλάβει την ευθύνη για δυσανάλογο αριθμό αιτούντων άσυλο και αφετέρου να ασφαλίσει τόσο τα εσωτερικά της σύνορα προς την ΕΕ όσο και τα εξωτερικά της σύνορα, έχει συντελέσει στη σημερινή μη βιώσιμη κατάσταση. Οι αυστηρές περικοπές του προϋπολογισμού λόγω των μέτρων λιτότητας της Ελλάδας έχουν επίσης επιβαρύνει σημαντικά το αστυνομικό σώμα και την παροχή υπηρεσιών που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην άμβλυνση των κοινωνικών εντάσεων που τροφοδοτούν τη βία.

Ωστόσο, η σκληρή αυτή πραγματικότητα δεν απαλλάσσει την Ελλάδα από την υποχρέωσή της να αντιμετωπίσει τον ρατσισμό και την ξενοφοβία. Σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται το γεγονός ότι επιτρέπεται σε βίαιες συμμορίες να βλάπτουν μετανάστες και αιτούντες άσυλο απολαμβάνοντας καθεστώς ατιμωρησίας. Οι ελληνικές αρχές πρέπει να λάβουν επειγόντως μέτρα για την πάταξη αυτού του ανησυχητικού φαινομένου.

Κύριες συστάσεις

Προς την ελληνική κυβέρνηση

Να καταδικάσει δημόσια και απερίφραστα, στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, τα περιστατικά ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας.
Να αντιμετωπίσει επειγόντως τυχόν ανεπάρκειες που διαπιστώνονται κατά την αστυνομική δράση και συνδέονται με την πρόληψη και τη διερεύνηση καταγγελιών ρατσιστικής βίας
δρομολογώντας ταχέως τις διαδικασίες θεσμοθέτησης του ειδικού εντύπου για την καταγραφή καταγγελιών περί ρατσιστικής βίας, καθώς και της κεντρικής βάσης δεδομένων
διασφαλίζοντας ότι θα παρέχεται σε όλους τους αστυνομικούς υπαλλήλους όλων των βαθμών υποχρεωτική και κατάλληλη εκπαίδευση, καθώς και εντός της υπηρεσίας εκπαίδευση σε θέματα εντοπισμού, πρόληψης, απόκρισης και διερεύνησης εγκλημάτων μίσους, συμπεριλαμβανομένων των εγκλημάτων ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας
κοινοποιώντας λεπτομερείς κατευθυντήριες γραμμές για την αστυνομία σε ό,τι αφορά τη διερεύνηση εγκλημάτων μίσους, συμπεριλαμβανομένων των εγκλημάτων ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας
Να υιοθετηθεί και να εφαρμοστεί μια προληπτική στρατηγική, για την καταπολέμηση της ξενοφοβικής βίας, συμπεριλαμβανομένης της κατάλληλης ανάπτυξης δυνάμεων για την επιβολή του νόμου σε περιοχές με υψηλά ποσοστά αυτού του είδους βίας.
Να διασφαλίσει, είτε διά νόμου ή μέσω δεσμευτικών εγκυκλίων, ότι, ανεξάρτητα από το είδος του αδικήματος, για κάθε αξιόποινη πράξη που μπορεί να χαρακτηριστεί ως έγκλημα μίσους χωρεί αυτεπάγγελτη παρέμβαση της δημόσιας αρχής –έρευνα και ποινική δίωξη– χωρίς να απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου 100 ευρώ από τα θύματα.
Να βελτιώσει τον τρόπο απόκρισης της δικαιοσύνης
προβαίνοντας σε μεταρρύθμιση του Ποινικού Κώδικα, προκειμένου να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής της επιβαρυντικής περίστασης του ρατσιστικού κινήτρου
διασφαλίζοντας ότι θα παρέχεται σε εισαγγελικούς και δικαστικούς λειτουργούς κατάλληλη εκπαίδευση σε θέματα ελληνικής και ευρωπαϊκής αντιρατσιστικής νομοθεσίας, μέσω της συμπερίληψης, μεταξύ άλλων, ειδικών σεμιναρίων σε κύκλους μαθημάτων συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης
ενθαρρύνοντας τον διορισμό ενός ή και περισσότερων εξειδικευμένων εισαγγελικών λειτουργών σε σημαντικές εισαγγελίες, συμπεριλαμβανομένης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, προκειμένου να παρέχουν τεχνική εμπειρογνωμοσύνη σε συναδέλφους οι οποίοι χειρίζονται τη δίωξη τέτοιου είδους υποθέσεων
Προς την Ευρωπαϊκή Ένωση

Η Γενική Διεύθυνση Δικαιοσύνης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οφείλει να αξιολογεί τον βαθμό συμμόρφωσης της Ελλάδας προς τις υποχρεώσεις που υπέχει στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ό,τι αφορά την πρόληψη και τη δίωξη ρατσιστικών και άλλων μισαλλόδοξων πράξεων βίας και να παρέχει χρηματοδοτική στήριξη σε πρωτοβουλίες οι οποίες επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν τις ανεπάρκειες που παρατηρούνται στον τρόπο απόκρισης της πολιτείας σε εκδηλώσεις ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας, καθώς και σε εκστρατείες ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης.

Διαβάστε ολόκληρη την έκθεση στα ελληνικά

Δείτε την αγγλική έκδοση της έκθεσης, εμπλουτισμένη με εξαιρετικό φωτογραφικό υλικό