«Θεωρία των παιγνίων και πολιτική στρατηγική». Ένα ιντριγκαδόρικο έργο που πάντα θα ’θελα να διαβάσω, αλλά για κάποιον ανεξερεύνητο λόγο δεν το αποφάσιζα. Ένα απωθημένο που μόλις χθες επανήλθε με μεγαλύτερη σφοδρότητα.
 
Το συγγραφέα του, τον Κώστα Φιλίνη, που το ’γραψε στη φυλακή τον καιρό της δικτατορίας, τον κηδέψαμε χθες πλήρη ημερών. Στην πολιτική αυτή τελετή συγκεντρώθηκαν γενιές αριστερών, κυρίως όμως από το ΚΚΕ εσωτερικού και το Ρήγα Φεραίο, κατεσπαρμένοι σήμερα αρκετοί απ’ αυτούς σε αρκετά σημεία του πολιτικού ορίζοντα.
 
Περίεργο φαινόμενο, την ώρα που ο ισχυρότερος φορέας της Αριστεράς προχωράει ορμητικά και με μεγάλη συσπείρωση για να αντιμετωπίσει την πρώτη μεγάλη ιστορική πρόκληση μετά το 1944, παλιοί σύντροφοι να συναντιούνται μ’ έναν κόμπο στα χείλη, με συγκίνηση ασφαλώς, με νοσταλγία, με κάτι κοινό να τους συνδέει στο πρόσωπο ενός ωραίου αγωνιστή και διανοούμενου που έκλεισε τον μεγάλο κύκλο της ζωής του, αλλά και μ’ ένα ρήγμα να υπογραμμίζει τη δυσκολία του δρόμου, την πολλαπλότητα των μέσων, ίσως και τη μεταβλητότητα του σκοπού. Συναπαντήματα πικρά σε μερικές περιπτώσεις, κάπως αμήχανα σε άλλες, αλλά εντέλει ελπιδοφόρα, αφού δεν είναι οι ατομικές διαδρομές που θα κρίνουν το συγκεκριμένο στρατηγικό παίγνιο, είναι η ομαδικότητα, είναι το ρεύμα που γονιμοποιεί ιδέες και όνειρα και τα συγκροτεί σε μια πλατιά, πολύπλοκη αλλά -ελπίζω- αποτελεσματική συλλογικότητα.
 
Θα μπορούσα ίσως να το πω και καλύτερα, αλλά μέσα στο κλίμα της σεμνής αυτής τελετής υπάρχει ακόμα μια σύγχυση στο μυαλό μου γύρω από τη συνδεσμολογία του παλιού με το νέο, και πάνω απ’ όλα μια συγκίνηση (αλλά όχι δάκρυ) που μου αφαιρεί πρόσκαιρα την επιθυμία να μιλήσω με όρους αμιγώς πολιτικούς.
 
Δεν υπάρχει ανάγκη να μιλήσω αναλυτικά για τον Φιλίνη, τα είπαν χθες στην κηδεία του και τα έγραψαν οι εφημερίδες. Αξίζει πάντως να διαβάσει κανείς το ποίημα που του αφιέρωσε ο Μανόλης Γλέζος (εδώ). Θα αναφερθώ μόνο σε λίγες δικές μου σκόρπιες  εντυπώσεις. Αν έπρεπε να διαλέξω ένα πρόσωπο που να συμπυκνώνει τα χαρακτηριστικά της ηγεσίας του ΚΚΕ εσωτερικού, θα διάλεγα οπωσδήποτε τον Φιλίνη. Ούτε τον Δρακόπουλο, ούτε τον Κύρκο, ούτε τον Παρτσαλίδη. Αυτό δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό, είναι τα νιάτα μου, εκεί απ’ όπου άρχισαν όλα. Αν έπρεπε να αναφέρω το πιο δυνατό χαρακτηριστικό του Κώστα θα προέκρινα τη γοητεία του, τη φυσική του κομψότητα που δεν είχε όμως ίχνος ναρκισσισμού. Κι αν έπρεπε να συνεχίσω θα πρόσθετα τη νεανικότητα, το εγκάρδιο χαμόγελο, τον κοσμοπολιτισμό, και μπαίνοντας λίγο παραμέσα ένα ισχυρό πείσμα και ίσως ένα είδος πονηριάς που θα την αποκαλούσα παιδιάστικη – αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω.
 
Για να το θέσω αλλιώς, έφτασε η ώρα να διαβάσω επιτέλους εκείνο το βιβλίο για τη θεωρία των παιγνίων και την πολιτική.