Παρακολουθούσα προχθές στην τηλεόραση την ταινία «Φοβού τους Έλληνες», με το Λάκη Λαζόπουλο σε δυο εξαιρετικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους, ωραία ταινία με πολύ χιούμορ, και σκεφτόμουν παράλληλα τα της υποψηφιότητάς του στις Ευρωεκλογές.
 
Τώρα λοιπόν που τέλειωσε το σίριαλ μπορώ να διατυπώσω μερικές σκέψεις μου επί του θέματος, όχι τόσο για τον ίδιο το Λαζόπουλο όσο για τις Ευρωεκλογές και για την Αριστερά.
 
Κατ’ αρχήν δεν θα μπορέσω να συμφωνήσω με την ευκολία με την οποία η υποψηφιότητα Λαζόπουλου μπήκε στο ίδιο τσουβάλι με άλλες υποψηφιότητες ποδοσφαιριστών και ανθρώπων της show biz. Του Ζαγοράκη, του Χριστοδουλόπουλου ή του Ορφανού. Ουδεμία σχέση.
 
Ο Λαζόπουλος δεν θα ήταν διακοσμητική υποψηφιότητα, δεν είναι γλάστρα, είναι δημόσιο πρόσωπο με σαφή και χαρακτηριστικό πολιτικό λόγο, ο οποίος  παρουσιάζεται διαχρονικά συνεπής.
 
Προσωπικά δεν συμφωνώ πάντα με τον Λαζόπουλο, αλλά και με ποιον μπορώ να ισχυριστώ ότι συμφωνώ σε όλα… Μ’ αρέσει το χιούμορ του, εκτιμώ το ταλέντο του, θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο συχνά πιάνει το σφυγμό των ημερών. Καμιά φορά ξεπέφτει σε λαϊκισμούς, ιδίως όταν αφήνει στην άκρη το χιούμορ και επιχειρεί να εκπέμψει με ευθύ τρόπο πολιτικά μηνύματα. Δεν με ξαφνιάζει αυτό, κατ’ αρχήν έχω παρατηρήσει ότι οι δημιουργοί που ασχολούνται με το χιούμορ, κωμικοί, θεατρικοί συγγραφείς, γελοιογράφοι, είναι ουσιαστικά μελαγχολικοί άνθρωποι, ενίοτε και ελαφρώς καταθλιπτικοί, πράγμα που εκδηλώνεται στην προσωπική τους ζωή αλλά και όταν εγκαταλείπουν τα γνώριμά τους νερά της σάτιρας και προσπαθούν να εκφραστούν συμβατικά. Έπειτα, είναι αλήθεια ότι το μέσον στο οποίο σταδιοδρομεί  ο Λαζόπουλος δεν τον βοηθάει, η τηλεόραση ρέπει προς το κιτς, προς την κοινοτοπία και τη φτήνια – μια χαρά τα καταφέρνει ο Λαζόπουλος, τηρουμένων των αναλογιών,  μέσα σ’ αυτό το ολισθηρό πλαίσιο.
 
Θέλω να πω με όλ’ αυτά πως ενώ καταλαβαίνω πολύ καλά τον κακεντρεχή τρόπο με τον οποίο οι αντίπαλοι του ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπισαν την υποψηφιότητα αυτή, καθώς και πολλές άλλες που ακούστηκαν και άλλες ευδοκίμησαν ενώ άλλες όχι, δεν καταλαβαίνω τον φοβικό τρόπο με τον οποίο την αντιμετώπισαν αρκετοί Αριστεροί. Λες και κάθε υποψηφιότητα που ξεφεύγει από τον μέσο όρο ενοχλεί, λες και νοθεύει την εικόνα της Αριστεράς, την καθιστά ύποπτη διαφόρων παρεκκλίσεων, της στερεί την καθαρότητα και την αυθεντικότητά της.
 
Δε λέω ότι θα μου άρεσε ένα ψηφοδέλτιο γεμάτο ποδοσφαιριστές, ντίβες και τηλεοπτικές περσόνες, με μοναδικό στόχο την αναγνωρισιμότητα και τη δημοφιλία. Θα; μου άρεσε ωστόσο ένα ψηφοδέλτιο που να περιλαμβάνει διαφορετικές φωνές κύρους, φωνές που εγκαίρως και όχι από σκοπιμότητα έχουν τοποθετηθεί στα πράγματα και κατατείνουν σε μια ανατροπή του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα με φόντο μια πιο αριστερή Ευρώπη. Που έχουν ανοιχτά μέτωπα απέναντι στο ρατσισμό και το ναζισμό. Που δεν κλείνουν μάτια κι αυτιά μπροστά στην ανθρωπιστική καταστροφή που ζούμε, που συμπαρατάσσονται με τα λαϊκά στρώματα, με τους άνεργους, με τους εργαζόμενους, με τους συνταξιούχους, με τους ελεύθερους επαγγελματίες, με τη νεολαία, ασχέτως της δικής τους κοινωνικής θέσης.
 
Θα μου άρεσε ένα πολυσυλλεκτικό ψηφοδέλτιο που να στηρίζεται σε πέντε βασικές και καθαρές προγραμματικές αρχές και όχι σε ιδεοληψίες, σε αστερίσκους και υποσημειώσεις. Θα ’θελα να δω σ’ αυτό και τον Λαζόπουλο και τον Λαπαβίτσα και τον Βαρουφάκη και την Σαμπιχά Σουλεϊμάν, και πολλούς άλλους ακόμα αριστερούς και δημοκράτες που τα ονόματά τους δεν ακούστηκαν αυτές τις μέρες, δίπλα στην Κούνεβα, στον Παπαδημούλη, στη Σακοράφα, τον Χουντή, τον Κανάκη,  τον Κρίτωνα Αρσένη – τα ονόματα παρατίθενται ενδεικτικά.
 
Δεν συμφωνώ απαραιτήτως με όλους αυτούς, συμφωνώ όμως και επαυξάνω με την απόφασή τους να συμπορευθούν, να ενώσουν τις δυνάμεις τους, τις φωνές τους -και τις φιλοδοξίες τους αν θέλετε-, για έναν κοινό σκοπό που είναι μεγαλύτερος από όλους μας, που μας υπερβαίνει και μας βάζει δύσκολα, και στην πορεία θα μας βάλει ακόμα δυσκολότερα – όχι μονάχα σε όσους μετέχουν της αριστερής παιδείας αλλά και σε ολόκληρο τον ελληνικό λαό.
 
Αλλά και πάλι, δεν έχει καθοριστική σημασία το ποιος μετέχει στα ψηφοδέλτια και ποιος όχι, μεγαλύτερη σημασία έχει να πάψουμε να μιλάμε για ονόματα και ν’ αρχίσουμε επιτέλους να μιλάμε για πολιτικές. Για το πώς οραματιζόμαστε την Ευρώπη και πώς εντάσσουμε μέσα στη μεγάλη εικόνα την Ελλάδα. Για το πώς θ’ ανοίξει ο δρόμος για την ανατροπή του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα και για το πώς αυτή η διαδικασία θα καταστεί δυνατόν να λειτουργήσει ως καταλύτης στους λαούς και στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλάζοντας τους συσχετισμούς και δημιουργώντας μέτωπα αντίστασης στον νεοφιλελευθερισμό και στη λιτότητα, παράλληλα με τα άλλα μεγάλα ευρωπαϊκά διακυβεύματα: ειρήνη, κοινωνικό κράτος, θέσεις εργασίας, ήπια ανάπτυξη με περιβαλλοντικές εγγυήσεις, ανοιχτές μεταναστευτικές πολιτικές, πολιτισμός, παιδεία.