Το οικονομικό θρίλερ που θα σας περιγράψουμε παρακάτω γίνεται τρομακτικό υπό το πρίσμα της απόλυτης σιωπής που είχε επιβληθεί από τα ΜΜΕ μέχρι την αποκάλυψη του Luxembourg Leaks, παρόλο που υπήρχαν ήδη διαθέσιμα πολλά στοιχεία. Αυτή η σιωπή γίνεται ακόμα πιο ύποπτη αν συνυπολογίσουμε ότι από την υπόθεση αυτή έχουν χαθεί εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από ιδιώτες επενδυτές, ακόμα και από ελληνικές τράπεζες.

Και ενώ τα διεθνή ΜΜΕ όπως το Bloomberg και το CNBC έχουν δημοσιεύσει ήδη από το 2012 πτυχές του σκανδάλου, το πρώτο – και τελευταίο – ουσιαστικό ρεπορτάζ από ελληνικό μέσο δημοσιεύεται πριν από λίγες ημέρες από την ιστοσελίδα της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ μετά την δημοσίευση των αρχείων του Λουξεμβούργου. Σε αυτό το εξαιρετικό ρεπορτάζ του Χάρη Καρανίκα βασίζεται και η ιστορία μας που ξεκινάει το 2005.

Η μεγαλύτερη αφαίμαξη στην ιστορία

Στις αρχές του 2005 δύο από τα μεγαλύτερα funds στον κόσμο, το Texas Pacific Group (TPG) και το APAX εξαγοράζουν την Hellas II, μητρική εταιρία της TIM (μετονομάστηκε το 2009 σε Wind). Η εξαγορά κόστισε στα δύο funds 390 εκατομμύρια ευρώ. Την περίοδο εκείνη η εταιρεία είχε επίσης δάνεια αξίας περίπου ενός δισεκατομμυρίου ευρώ. Μέσα σε δύο χρόνια τα δύο funds θα οργανώσουν με τη βοήθεια της KPMG (μιας άλλης ελεγκτικής εταιρείας η οποία μαζί με την PwC ανήκουν στην άτυπη ομάδα των λεγόμων Big Four), τη μεγαλύτερη αφαίμαξη στην ιστορία, αξίας 1,8 δισ ευρώ, με τη χρήση ενός νόμιμου χρηματοπιστωτικού εργαλείου που ονομάζεται «Μετατρέψιμα Προνομιούχα Πιστοποιητικά Ιδίων Κεφαλαίων – Convertible Preferred Equity Certificates, ή συντομογραφικά CPECs)».

Τα CPECs αποτελούν υβριδικά χρηματοπιστωτικά εργαλεία για διασυνοριακές επενδύσεις, και σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει ότι είναι νόμιμοι μηχανισμοί φοροαποφυγής που δημιουργήθηκαν ειδικά στο Λουξεμβούργο για να επιτρέψουν τη μεταφορά κεφαλαίων από αμερικανικές επιχειρήσεις στο ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς του Δουκάτου. Το σκεπτικό είναι σχετικά απλό: Τα κέρδη των πολυεθνικών επιχειρήσεων αντιμετωπίζονται ως χρέη που εκδόθηκαν από μια θυγατρική με έδρα το Λουξεμβούργο, οι οικονομικές αρχές του οποίου το αναγνωρίζουν ως χρέος (και άρα δεν το φορολογούν), την ίδια ώρα που στις ΗΠΑ οι μητρικές εταιρίες το αντιμετωπίζουν ως ίδια κεφάλαια. Υπό φυσιολογικές συνθήκες τα CPECs επιτρέπουν το μοίρασμα των κερδών και δεν ρευστοποιούνται, στην περίπτωση όμως της TIM έγινε κάτι διαφορετικό.

Τον Δεκέμβριο του 2006 η αξία των CPECs είχε εκτιναχθεί από το 1 ευρώ στα 36 ευρώ. Τότε οι TPG και η APAX έκαναν αίτημα ρευστοποίησης των ομολόγων και κατάφεραν να πάρουν την άδεια των οικονομικών αρχών του Λουξεμβούργου. Από αυτή την ρευστοποίηση τα funds πετυχαίνουν αφαίμαξη αξίας ενός δισεκατομμυρίου ευρώ από την εταιρεία, την οποία είχαν αγοράσει με μόλις 390 εκ. Η τιμή των CPECs έπεσε αμέσως μετά την ρευστοποίηση ξανά στο 1 ευρώ. Το αποτέλεσμα είναι τεράστιες απώλειες στους μετόχους της TIM, μεταξύ των οποίων βρίσκονται και τουλάχιστον 2 ελληνικές τράπεζες που σύμφωνα με τους εκκαθαριστές είχαν επενδύσει 24 εκατομμύρια ευρώ για τίτλους που πλέον η αξία τους είναι μηδενική. Εκτός του ενός δισ. από τα κέρδη της αφαίμαξης, οι TPG και APAX μέσα σε δύο χρόνια κατάφεραν να αποκομίσουν επιπλέον 800 εκατομμύρια ευρώ από την πώληση της TIM στον Άραβα Naguib Sawiris και τη Weather Ivnestments.

Η Weather Investments παίρνει τα ηνία

Ένα χρόνο πριν την αφαίμαξη ο Άραβας επιχειρηματίας είχε κάνει προσφορά για την εξαγορά της TIM και της Q Telecoms αξίας 350 εκατομμυρίων ευρώ, ωστόσο την ίδια περίοδο που τα ελληνικά ΜΜΕ θριαμβολογούσαν για την πρόταση του Sawiris η εταιρία έπαιρνε νέο δάνειο αξίας 500 εκατομμυρίων ευρώ. Συνολικά στο τέλος του 2006 το χρέος της τηλεπικοινωνιακής εταιρίας είχε εκτιναχθεί στα 3 δισεκατομμύρια ευρώ, 20 φορές δηλαδή παραπάνω από αυτό που είχε δύο χρόνια νωρίτερα, πριν τα funds ενδιαφερθούν για την αγορά της.

Τελικά η Weather Investments το Φεβρουάριο του 2007 αποκτάει την ΤΙΜ καταθέτοντας 500 εκατομμύρια ευρώ και εγγυώμενη τα δάνεια της εταιρείας αξίας 2,9 δισεκατομμυρίων ευρώ. Έξι μήνες αργότερα δημοσιεύεται ο ισολογισμός της εταιρίας για το 2006 και για πρώτη φορά γίνεται επίσημη καταγραφή της αφαίμαξης. Οι απώλειες που σημειώνονται από τη ρευστοποίηση των CPECs ανέρχονται σε 951 εκατομμύρια ευρώ.

Τον Οκτώβριο του 2007 η Weather Investments εξαγοράζει και την κρατική τηλεπικοινωνιακή εταιρία Tellas (ανήκε στη ΔΕΗ) προσφέροντας 175 εκατομμύρια ευρώ. Και αυτή τη φορά τα ελληνικά ΜΜΕ -που αδυνατούν να κάνουν ρεπορτάζ για τις τρομακτικές απώλειες της εταιρείας- πανηγυρίζουν. Διαφορετική άποψη έχουν και πάλι οι μικροί μέτοχοι της εταιρίας που σημειώνουν ότι η απορρόφηση της Tellas δημιουργεί μεγάλο πρόβλημα ρευστότητας στην εταιρία και τελικά επιδεινώνεται περαιτέρω η θέση της. Παραμένει ωστόσο εντυπωσιακό ότι και αυτή τη φορά παρά τις εσωτερικές διαφωνίες δεν βγαίνει τίποτα προς τα έξω.

To Πρότζεκτ της Ομίχλης

Το 2009 η Wind είναι έτοιμη να καταρρεύσει και η Weather Investments αποφασίζει να υποβάλει πρόταση για αναδιάρθρωση του χρέους της. Το πρόγραμμα ονομάζεται «Project Mist» (mist = ομίχλη) και περιλαμβάνει τη μεταφορά της έδρας της εταιρείας από το Λουξεμβούργο στη Βρετανία, με την οποία πετυχαίνει μια ειδική φορολογική συμφωνία (Advanced Tax Agreement – συντομογραφικά ΑΤΑ). Η συμφωνία περιλαμβάνει την αφορολόγητη μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων της Wind. Ο Sawiris έρχεται σε συμφωνία με τους μεγαλύτερους πιστωτές της Wind και καταφέρνει να επαναγοράσει την αναδιαρθρωμένη πλέον εταιρεία αφήνοντας απ’ έξω τους μικρότερους επενδυτές οι οποίοι σημειώνουν τεράστιες απώλειες που πρόσφατα υπολογίστηκαν σε 400 εκατομμύρια ευρώ. Ανάμεσα σε αυτούς που χάνουν είναι και οι Έλληνες επενδυτές και οι ελληνικές τράπεζες.

Και κάπου εδώ έρχονται τα LUXLEAKS για να προσθέσουν το τελευταίο -συγκλονιστικό- κομμάτι του πάζλ. Η PwC αναλαμβάνει να εκτελέσει μια περίπλοκη φοροτεχνική δομή με την οποία η έδρα της εταιρείας μεταφέρεται εκ νέου στο Λουξεμβούργο, φυσικά για μια ακόμη φορά αφορολόγητα, όχι μόνο για την Wind αλλά και για τον Άραβα ιδιοκτήτη.

Το «νόμιμο» παιχνίδι που παίζεται είναι εγκληματικό. Οι οικονομικές αρχές του Λουξεμβούργου πρώτα δίνουν το πράσινο φως για την εκμετάλλευση των CPECs και την αφαίμαξη της εταιρίας. Μετά δίνουν το πράσινο φως για την αναδιάρθρωση του χρέους της μέσω της αφορολόγητης μεταφοράς της έδρας της εταιρείας στο Λονδίνο (που στοιχίζει εκατοντάδες εκατομμύρια στους μικροομολογιούχους) και μετά δίνει το πράσινο φως για την επιστροφή της εταιρίας στο Λουξεμβούργο και πάλι αφορολόγητα.

Τελικά τον Δεκέμβριο του 2010 ο Άραβας Sawiris αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τη Wind παρόλο που και αυτή τη φορά έκανε πρόταση επαναγοράς της από τους εκκαθαριστές.

Το δικό μας κόστος από τις νόμιμες δομές φοροαποφυγής

Η ζημιά για την Ελλάδα είναι τεράστια. Η TIM/Wind σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία μέχρι το 2004 απέδιδε στο ελληνικό δημόσιο φόρους περίπου 34,85 εκατομμυρίων ευρώ ανά έτος. Από την στιγμή που ελέγχεται από τα funds και αναλαμβάνει την φοροτεχνική της υποστήριξη η KPMG τα έσοδα του δημοσίου πέφτουν στα 11,5 εκατομμύρια ευρώ ανά έτος, ενώ ακόμα χειρότερη είναι η κατάσταση από το 2008 και μέχρι το 20011 που τον έλεγχο της αναλαμβάνει η Weather Investments, οπότε με την υποστήριξη της PwC οι φόροι που αποδίδονται δεν ξεπερνάνε πλέον τα 4,8 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο.

Η KPMG και η PwC, δύο από τις τέσσερις μεγαλύτερες φοροτεχνικές εταιρίες παγκοσμίως, δημιούργησαν τις δομές που επέτρεψαν την νόμιμη φοροαποφυγή της Wind και της Q Telecoms. Τα αθροιστικά περίπου 50 εκατομμύρια ευρώ φόρων που θα έπρεπε να φτάνουν στο ελληνικό δημόσιο κάθε χρόνο βρίσκονται πλέον κοντά στο απόλυτο μηδέν.

Και μην φανταστείτε ότι απλά αυτές είναι οι δύο διαβολικές φοροτεχνικές εταιρίες. Στην περίπτωση της νόμιμης φοροαποφυγής καλό είναι να γενικεύετε. Άλλωστε σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα από τις υποθέσεις των επενδυτών, που έχασαν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και τώρα ζητάνε αποζημίωση από το πτωχευτικό δικαστήριο των ΗΠΑ, στην υπόθεση της Wind εμπλέκονται ακόμα η Morgan Stanley, που συμβούλεψε τη Wind να καθυστερήσει την αναδιάρθρωση της μέχρι να πάρει νέα δάνεια, και η Ernst & Young που κατηγορείται για σύγκρουση συμφερόντων, αφού ήταν αυτή που είχε αναλάβει τον έλεγχο της εταιρίας από το 2005 έως το 2007 και ήταν και η ίδια που ανέλαβε την αναδιάρθρωση του χρέους της το 2009.

Οι μικροί επενδυτές της Wind που διεκδικούν τώρα την αποζημίωσή τους υποστηρίζουν ότι τα παιχνίδια των φοροτεχνικών εταιριών έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα την εταιρεία. Το σκεπτικό τους είναι ότι οι άλλες εταιρείες τηλεπικοινωνιών δεν επηρεάστηκαν τόσο πολύ από την οικονομική κρίση εξαιτίας και της συνολικής ανόδου του κλάδου.

Η ομερτά και μια αστεία διάψευση

Μέχρι την αποκάλυψη του ICIJ κανένα ελληνικό ΜΜΕ δεν είχε παρουσιάσει το τεράστιο σκάνδαλο αφαίμαξης και φοροδιαφυγής της Wind. Ίσως λοιπόν οι υπεύθυνοι της εταιρίας ένιωσαν ότι θα μπορούσαν να διαψεύσουν την εμπλοκή τους στα αρχεία του Λουξεμβούργου γράφοντας ανακρίβειες και χωρίς να λένε ούτε μια λέξη για την «ταμπακιέρα». Η απάντηση της Wind στη δημοσίευση των LUXLEAKS έλεγε: «Η WIND δεν έχει καμία σχέση με τη Weather Investments. Από το 2009, μέτοχοι της WIND είναι διεθνή επενδυτικά κεφάλαια και η μητρική της εταιρεία είναι η Largo Limited. Η WIND Ελλάς  ήταν και είναι ελληνική εταιρεία, ιδρύθηκε και διατηρεί την έδρα της στην Ελλάδα από το 1992 καταβάλλοντας τους φόρους που προβλέπονται από την ελληνική νομοθεσία στη χώρα μας για το σύνολο των εσόδων της.».

Το κατά πόσο η Wind δεν έχει σχέση με την Weather Investments είναι ανάξιου σχολιασμού. Η ημερομηνία που αναγράφεται στην ανακοίνωση είναι επίσης λάθος. Η αποχώρηση του Άραβα επιχειρηματία έγινε το Δεκέμβρη του 2010 και η νέα διοίκηση άσκησε καθήκοντα από το 2011. Το ότι η wind Hellas είναι ελληνική εταιρία επίσης δεν έχει καμία σημασία αν η μητρική της αλλάζει έδρες σαν τα πουκάμισα. Όσο για τους φόρους που προβλέπονται από την ελληνική νομοθεσία… τους προτείνουμε να διαβάσουν το φάκελο LUXLEAKS. 

Ακόμα