Το Ταμείο εκτιμά ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να διατηρήσει πρωτογενές πλεόνασμα 3,2% του ΑΕΠ, πέραν του 2018, κατεβάζοντας τον πήχη στο 1,5% του ΑΕΠ.

Σημειώνεται ότι το ΔΝΤ τοποθετεί το χρέος στο 174% του ΑΕΠ έως το 2020 το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ενώ μέχρι το 2022 αναμένεται να έχει υποχωρήσει ελαφρώς στο 167%. Το χρέος, όπως αναφέρεται στην έκθεση του ΔΝΤ, αναμένεται να υποχωρήσει σταδιακά λίγο κάτω από το 160% του ΑΕΠ μέχρι το 2030, αλλά στη συνέχεια θα κινηθεί και πάλι ανοδικά φτάνοντας το 250% του ΑΕΠ μέχρι το 2060.

 
Παράλληλα, σύμφωνα με το Ταμείο, οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες (τα χρήματα που πρέπει να διαθέτει η Ελλάδα για να καλύπτει το δημοσιονομικό έλλειμμα) αναμένεται να ξεπεράσουν το όριο του 15% επί του ΑΕΠ μέχρι το 2024 και το 20% μέχρι το 2029, φτάνοντας το 30% περίπου μέχρι το 2040 και κοντά στο 60% του ΑΕΠ μέχρι το 2060.
 
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες πρέπει να διατηρηθούν χαμηλότερα του 10% επί του ΑΕΠ έως το 2040.

H έκθεση του ΔΝΤ για το ελληνικό χρέος

 
Για το Υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις, το ΔΝΤ τονίζει ότι δεν έχει αναθεωρήσει τις προβλέψεις για τις εισπράξεις οι οποίες εκτιμώνται σε 5 δισ. ευρώ κατά τη διάρκεια 2015-2030.
 
Το ΔΝΤ, στην έθεση, υποστηρίζει ότι θα μπορούσε να συνεχίσει να στηρίζει την Ελλάδα, αν αλλάξουν οι δημοσιονομικοί στόχοι, πιέζοντας παράλληλα για μέτρα, όπως η αναδιάρθρωση του 1/3 των επίσημων δανείων στο τέλος κάθε χρόνου μέχρι το 2018, αλλά και η χορήγηση σταθερού επιτοκίου 1,5% στα ελληνικά δάνεια από την ευρωζώνη.
 
Όπως αναφέρει το Ταμείο, η Ελλάδα πρέπει να λάβει άμεσα άνευ όρων ελάφρυνση χρέους και παραχωρήσεις αναφορικά με τα νέα δάνεια με μακρά περίοδο χάριτος, μετάθεση πληρωμών και σταθερά επιτόκια, για να πάρουν οι αγορές μήνυμα σχετικά με τη δέσμευση των θεσμών να εκπληρώσουν τα στοιχεία της αναδιάρθρωσης.