του Βαγγέλη Γεωργίου

Το 1944 πλέον σε καμιά γωνιά του κόσμου δε συζητούσαν πώς θα νικηθεί ο άξονας. Η πλάστιγγα είχε ήδη γείρει και απλώς οι Σύμμαχοι επικεντρώνονταν στη μοιρασιά της μεταπολεμικής «πίτας». Τον Οκτώβριο του 1944 ο Ιωσήφ Στάλιν και ο Ουίνστον Τσώρτσιλ νόμιζαν ότι ρύθμισαν το ζήτημα της μετάβασης της εξουσίας στην Ελλάδα με μαθηματική ακρίβεια: Η Βρετανία έθετε υπό τη σφαίρα επιρροής της το 90% των ελληνικών υποθέσεων παραχωρώντας το υπόλοιπο 10% στην ΕΣΣΔ (Συμφωνία των ποσοστών). Η εξίσωση ωστόσο αποδείχτηκε πιο δύσκολη.

Το Μάρτιο του 1944 οι Βρετανοί και η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο είχαν κάθε λόγο να είναι ανήσυχοι. Στην Ελλάδα διαγραφόταν μια εξαιρετικά επικίνδυνη, για εκείνους, εξέλιξη: δημοκρατικές και αριστερές πολιτικές δυνάμεις δημιούργησαν μια παράλληλη κυβέρνηση την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) που έδειχνε πανέτοιμη και εδραιωμένη να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Αυτή η κυβέρνηση αποτέλεσε το αντίπαλο δέος για την κυβέρνηση του Καϊρου διότι αφενός είχε τη στήριξη του ελληνικού λαού -καθότι εκλογικά νομιμοποιημένη- και αφετέρου εκείνης του στρατού στη Μέση Ανατολή. Η κυβέρνηση βρέθηκε σε θέση ματ.

Ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του και οι φόβοι για μια διαμορφούμενη πολιτική δύναμη που θα εκτόπιζε τους παλαιούς πολιτικούς και το βασιλιά επαληθεύονταν με τη σύσταση της ΠΕΕΑ. Ο δαιμόνιος Γεώργιος Παπανδρέου, επικεφαλής τότε της κυβέρνησης στο Κάϊρο,  πλήρως ευθυγραμμισμένος με το Foreign Office, προσέφερε μια συμφιλίωση, ενσωματώνοντας την ΠΕΕΑ σε ένα πολιτικό υποκείμενο στο οποίο φυσικά θα συμμετείχαν και οι αγγλόφιλες δυνάμεις. «Θα χρησιμοποιήσω τη συμφιλίωση», έλεγε ο Παπανδρέου «με τα κόμματα της Αριστεράς για να εξουδετερώσω την Εθνική Αντίσταση». Έτσι Παπανδρέου και ΠΕΕΑ κάτσανε στο ίδιο τραπέζι στο Λίβανο, δημιούργησαν μια κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (Συμφωνία Λιβάνου) και όταν φάνηκαν οι αληθινές προθέσεις του Παπανδρέου, η Αθήνα μετατράπηκε σε λουτρό αίματος. Επρόκειτο για τα γνωστά Δεκεμβριανά του 1944.

Η νέα έρευνα για τον Εμφύλιο

Τα «Δεκεβριανά» συζητιούνται δεκαετίες τώρα ενώ σε αρκετές γωνιές της Αθήνας υπάρχουν οι φθορές από τις σφαίρες σε παλιά κτίρια. Ωστόσο η μονοπώληση της συζήτησης αλλά και της ιστορικής έρευνας από τα γεγονότα στην Αθήνα έρχεται να «ταραχτεί» από τη νέα έρευνα της Δρ. Ιστορίας, Βασιλικής Λάζου, η οποία μέσα από το βιβλίο της Η επιβολή του κράτους. Ο εμφύλιος πόλεμος στη Λαμία, 1945-1949 αναδεικνύει «συμμοριόπληκτους», τα έκτακτα στρατοδικεία και τις δημόσιες «τελετές»  χρησιμοποιώντας, για πρώτη φορά, την πόλη της Λαμίας ως παράδειγμα μελέτης του τρόπου με τον οποίο μια επαρχιακή πόλη της «Παλαιάς Ελλάδας» βίωσε την πολιτική και στρατιωτική συγκυρία του Εμφυλίου. Το συνολικό της έργο καταπιάνεται με πτυχές που μέχρι τώρα μόνο «εν παρόδω» είχαν προσελκύσει την προσοχή της επιστημονικής έρευνας έχοντας ως επίκεντρο την παλινόρθωση του αστικού κράτους στην πιο ακροδεξιά εκδοχή του με την Εθνοφυλακή και το παρακράτος.

Η Βασιλική Λάζου καταγόμενη από τη Λαμία, τη γενέτειρα του Άρη Βελουχιώτη και πόλη με ιδιαίτερο ιστορικό βάρος για τα γεγονότα της δεκαετίας του 1940, έχει επίγνωση ότι ένας ιστορικός υφίσταται και δημιουργεί σε ένα κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον ενώ δέχεται ερεθίσματα και επιρροές. Παρόλα αυτά η Δρ. Λάζου απορρίπτει τη στρατευμένη ιστορία που εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες, εμμένοντας στους κανόνες αντικειμενικότητας και επιστημονικότητας κατά την ιστορική συγγραφή: ειλικρίνεια απέναντι στις πηγές και το ιστορικό υλικό, αποφυγή επιλεκτικής τους χρήσης, διασταύρωσής ιστορικών τεκμηρίων και κριτική εξέταση της βιβλιογραφίας.

Με φόντο τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Εμφυλίου και τις εξελίξεις στην κεντρική και τοπική πολιτική σκηνή, η Λάζου αποτυπώνει την πολιτικοκοινωνική ανασυγκρότηση του «εθνικόφρονος χώρου» και τη σταδιακή επιβολή ενός καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης. Την πολιτική έκφραση της κοινωνικής αναταραχής με τις εκλογές και το δημοψήφισμα σε καθεστώς τρομοκρατίας και κρατικής καταστολής. Την εργαλειακή χρήση ανθρώπων στο βωμό στρατηγικών σχεδιασμών μέσω της απερήμωσης της υπαίθρου και της αναγκαστικής μετακίνησης των ορεινών πληθυσμών στις πόλεις. Την απονομή πολιτικής δικαιοσύνης και τον αμείλικτο χαρακτήρα της.


Το ΕΑΜ κράτησε τον Άρη εκτός Αθηνών διότι δε στόχευε στην κατάληψη της εξουσίας

«Η Συμφωνία της Καζέρτας, την οποία υπέγραψε το ΕΑΜ, όριζε ότι οι αντάρτικες δυνάμεις του όφειλαν να παραμείνουν εκτός των ορίων της Αττικής. Παρά την ανησυχία των Βρετανών και των αστικών πολιτικών δυνάμεων ως προς τις προθέσεις του ΕΑΜ αναφορικά με την κατάληψη της εξουσίας, αυτό τήρησε τις δεσμεύσεις του. Όταν ξέσπασαν τα Δεκεμβριανά, η μάχη δόθηκε από τις δυνάμεις του Α’ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ και τον εφεδρικό ΕΛΑΣ ενάντια στα Σώματα Ασφαλείας αρχικά και τους Βρετανούς στη συνέχεια. Οι κύριες δυνάμεις του ΕΛΑΣ κρατήθηκαν εκτός Αττικής. Ο Άρης και ο Σαράφης διατάχθηκαν από την Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ που ανασυγκροτήθηκε με επικεφαλής τον Γ.Γ. του ΚΚΕ Σιάντο και μη κομμουνιστές αξιωματικούς να απομακρυνθούν στην Ήπειρο και να στραφούν εναντίον του Ζέρβα. Ύστερα από τη διάλυση του ΕΔΕΣ, ο Άρης έφτασε με τις δυνάμεις του στη Θήβα, δεν έλαβε ωστόσο τη διαταγή να πολεμήσει στην Αθήνα». «Αυτή η εσκεμμένη 'αδράνεια' του ΕΛΑΣ», σημειώνει η κα Λάζου, «είναι αποκαλυπτική ως προς τις προθέσεις του ΕΑΜ/ΚΚΕ που κάθε άλλο παρά στόχευαν στη βίαιη κατάληψη της εξουσίας και πρέπει να ιδωθούν ως συνέχεια της ΕΑΜικής πολιτικής στην Κατοχή και την Απελευθέρωση».  


Τα Δεκεμβριανά στην επαρχία: Η περίπτωση της Λαμίας

Όταν ξέσπασαν τα Δεκεμβριανά,  οι οργανώσεις του ΕΑΜ/ΚΚΕ, που παρέμειναν στη Λαμία, προχώρησαν σε αποκέντρωση και αναδιάταξη των στελεχών τους, έλαβαν συνωμοτικά μέτρα για τα αρχεία και τα γραφεία τους και καθόρισαν νέα πολιτικά καθήκοντα. Οι ειδήσεις από τις συγκρούσεις στην Αθήνα λαμβάνονταν καθημερινά με ασύρματο και ανακοινώνονταν στον πληθυσμό με χωνιά. Πραγματοποιήθηκαν συλλαλητήρια  με συνθήματα για την ανεξαρτησία της χώρας και ενάντια στις ξένες επεμβάσεις. Η ΕΠΟΝ ανέλαβε την οικονομική ενίσχυση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ της Αθήνας με τη διεξαγωγή εράνων σε είδος και σε χρήμα. Με προκηρύξεις, πανό και τρικ διέδιδε τη γραμμή του ΕΑΜ, κύριοι άξονες της οποίας ήταν η αντίθεση σε κάθε πραξικόπημα, η ταχεία διεξαγωγή δημοψηφίσματος και η προστασία των λαϊκών ελευθεριών καθώς και η δυναμική απάντηση του λαού σε ενδεχόμενη σύγκρουση.

Παρά το βαρύ κλίμα, οι πολιτιστικές δραστηριότητες  συνεχίστηκαν καθώς οι λέσχες συνέχισαν να λειτουργούν και καλλιτεχνικό συγκρότημα από ΕΠΟΝίτες ανέλαβε την ψυχαγωγία των τμημάτων του ΕΛΑΣ, δίνοντας θεατρικές παραστάσεις.  Για την άμυνα της πόλης κατασκευάστηκαν, παρά τον ιδιαίτερα βαρύ χειμώνα, πρόχειρα οχυρωματικά έργα με τη συμμετοχή των κατοίκων και συγκροτήθηκαν Ομάδες Ανεξαρτησίας οι οποίες θα αναλάμβαναν, αν παρίστατο ανάγκη, βοηθητικό ρόλο στις στρατιωτικές επιχειρήσεις και μαχητική δράση στην ενδεχόμενη επέκταση των στρατιωτικών συγκρούσεων στην ύπαιθρο. Άλλα μέτρα ασφαλείας αφορούσαν τη σύλληψη των καλούμενων «αντιδραστικών» από την Εθνική Πολιτοφυλακή και τη μεταφορά τους σε στρατόπεδο του ΕΛΑΣ.


Συμψηφιστική μοιρασιά ευθυνών εν ονόματι της «ψευδοαντικειμενικότητας»  

Στο πρόσφατο έργο τους Εμφύλια Πάθη, ο Στάθης Καλύβας και Νίκος Μαραντζίδης εκτιμούν ότι «αν στο παρελθόν χρειάστηκε να ξεπεραστεί το αφήγημα των «Εαμοβουλγάρων», σήμερα είναι ανάγκη να αποδομηθεί το αντίστοιχο των «γερμανοτσολιάδων». Σύμφωνα με την Δρ. Βασιλική Λάζου όμως, «η συμψηφιστική μοιρασιά των ευθυνών σε όλες τις πλευρές, στο όνομα μιας 'ψευδοαντικειμενικότητας' είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του ιστορικού αναθεωρητισμού. Η αποκατάσταση των γεγονότων στη βάση μιας βολικής και επιλεκτικής ιστορικής αφήγησης η οποία αποδίδει την ίδια ευθύνη σε θύτες και σε θύματα έχει ως στόχο να παρουσιάσει την ιστορική δράση την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης δύο άκρων: 'εαμοβούλγαροι εναντίον γερμανοτσολιάδων'». Αυτό το οποίο αποκρύπτεται εντέχνως είναι ότι οι μεν αντιστάθηκαν στους κατακτητές ενώ οι δε συνεργάστηκαν και οπλίστηκαν από τους Γερμανούς για να καταστείλουν το αντιστασιακό κίνημα. Πράξεις εσχάτης προδοσίας επενδύθηκαν με αντικομμουνιστικό λούστρο, δικαιολογήθηκαν στη βάση προσωπικών κινήτρων και ουσιαστικά απαλλάχθηκαν από κάθε ίχνος δοσιλογισμού. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ιστορική αφήγηση μετατράπηκε σε προπαγανδιστικό εργαλείο και με τη χρήση ψυχροπολεμικών επιχειρημάτων προσφέρει πολιτικό άλλοθι στο φασισμό».

Δεν επρόκειτο για ταξική σύγκουση

Ήδη από το 1943 ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης φοβόταν πως η ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος θα είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη ανυπαρξία κάθε κοινωνικής ιεράρχισης. Για την Δρ. Λάζου, ο χαρακτήρας της Δεκεμβριανής σύγκρουσης «έχει συσκοτιστεί από τόνους εμφυλιακής και ψυχροπολεμικής προπαγάνδας η οποία αποδίδει στο ΕΑΜ/ΚΚΕ προθέσεις βίαιης κατάληψης της εξουσίας. Η προπαγάνδα αυτή έχει επηρεάσει και τον τρόπο  με τον οποίο η Αριστερά 'διαβάζει' τα Δεκεμβριανά. Κατά τη γνώμη μου δεν πρόκειται για ταξική σύγκρουση – ή τουλάχιστον όχι σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι συνέβαινε την περίοδο της Κατοχής. Ας μην ξεχνάμε ότι το ΕΑΜ ήταν ένα πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο το οποίο αγκάλιαζε ευρύτατα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, αγρότες, εργάτες, μικροαστούς αλλά και επαρχιακές ελίτ. Η πολιτική απήχηση του είναι εμφανής στην προσχώρηση διαφόρων πολιτικών δυνάμεων (κομμουνιστών, φιλελευθέρων, σοσιαλιστών, αγροτιστών ακόμα και φιλοβασιλικών και Λαϊκών). Σε αυτή τη διαταξικότητα του ΕΑΜ και το εύρος της πολιτικής του επιρροής οφείλεται η μαζικότητά του. Το ΕΑΜ δεν επεδίωξε τη σύγκρουση – είχαν εξάλλου προϋπάρξει ευνοϊκότερες συνθήκες για αυτό, όπως η περίοδος της Απελευθέρωσης. Τα Δεκεμβριανά ήταν μια ωμή αποικιοκρατική παρέμβαση των Βρετανών στην ελληνική πολιτική σκηνή, παρέμβαση η οποία δικαιολογούνταν στη βάση της αποτροπής μιας δήθεν εμφύλιας διαμάχης. Η σύλληψη ομήρων, πράξη στην οποία αποδόθηκαν ταξικά κίνητρα,  χαρακτηρίστηκε ήδη από τότε λάθος 'αριστερής παρέκκλισης', και στην πράξη αποτελούσε αντίμετρο στις εκτεταμένες Βρετανικές συλλήψεις αμάχων και την αποστολή τους σε στρατόπεδα της Αφρικής».  

Μηδαμινός ο ρόλος της ελληνικής αντίστασης; 

Για μερικούς Έλληνες, ειδικούς της εποχής, ο ρόλος της Αντίστασης στην εξέλιξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν σχεδόν μηδαμινός ενώ είναι σκεπτικοί για το αν πράγματι άξιζε η Αντίσταση. Αυτό που στην ουσία αμφισβητείται, σύμφωνα με την Λάζου, είναι η ίδια η αναγκαιότητα της Αντίστασης απέναντι σε κάθε κατακτητή.

«Η ειρωνεία» υπογραμμίζει η ίδια, «είναι ότι αυτοί που το υποστηρίζουν εμφανίζονται ως υπερπατριώτες – εθνικιστές και κατηγορούν το ΕΑΜ για εθνική μειοδοσία. Μια σειρά από στοιχεία τους διαψεύδουν. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην Ελλάδα, χρειάστηκαν 180.000 Γερμανοί στρατιώτες και 160.000 περίπου Ιταλοί για να επιβάλουν την εξουσία των κατακτητών. Η ΕΑΜική Αντίσταση κατόρθωσε να υποσκάψει το πλαίσιο και τους μηχανισμούς εξουσίας του Άξονα, να υπονομεύσει την υποδομή μετατροπής της χώρας σε στήριγμα των πολεμικών επιχειρήσεων των Γερμανών, να απελευθερώσει μεγάλα της τμήματα και να δημιουργήσει το δικό της ελεύθερο κράτος μέσα στην κατεχόμενη χώρα. Από στρατιωτική σκοπιά να υλοποιήσει τη συμμαχική στρατηγική ώστε να επιταχυνθεί η κατάρρευση της Ιταλίας και να υποχρεωθούν οι Γερμανοί να συντηρούν μεγάλες δυνάμεις κατοχής στην Ελλάδα.  

»Σύμφωνα με το σχέδιο «Άνιμαλς», το καλοκαίρι του 1943, ο ΕΛΑΣ προέβη σε εκατοντάδες σαμποτάζ, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού συμμαχικού πολεμικού σχεδιασμού. Με ενέργειες δολιοφθορών παρέλυσε την παραγωγή χρωμίου και νικελίου ενώ οι ανατινάξεις γεφυρών  δυσχέραιναν τη μεταφορά πρώτων υλών και τροφίμων στη Γερμανία. Με τη συνθηκολόγηση των Ιταλών (8 Σεπτεμβρίου 1943), ο ΕΛΑΣ  κατόρθωσε να εξασφαλίσει τον οπλισμό τους και υποχρέωσε τους Γερμανούς να καθηλωθούν στις πόλεις και να περιορίσουν τις επιχειρήσεις τους στην ύπαιθρο».