*Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στις 17 Μαρτίου 2017

Λάδια σε χαρτί και κολλάζ του Γιώργου Μικάλεφ

Κείμενο του Μηνά Κωνσταντίνου

Το πραγματικό του όνομα ήταν Νικόλαος Ασημόπουλος και γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου του 1949. Σχολείο πήγε στην Κοζάνη, επιδεικνύοντας σημαντική κλίση στον αθλητισμό με σημαντικές επιδόσεις στο άλμα εις ύψος στους μαθητικούς αγώνες, χωρίς τελικά να προχωρήσει περαιτέρω η ενασχόλησή του.

«Κάποτε θα με διαβάσεις ίσως, θ’ ακούσεις τα τραγούδια μου, θα με κατανοήσεις.

Αλλά δεν θάμαι πια εγώ. Θα’ ναι αυτή η μάσκα που φορούν στους πεθαμένους. Όσους τους χρησιμοποιούν μετά το θάνατο τους, όταν οι ίδιοι δεν υπάρχουν.
Όσο υπήρχα με φοβόσουν.
Όσο υπήρχα δεν με άντεχες.
Δεν είχες καν τη δύναμη να μείνεις ένα δευτερόλεπτο κοντά, άμα στο ζητούσα.
Θα προτιμούσα να μη με διάβαζες ποτέ.
Είναι καλύτερο ν’ αγοράσεις ή να κλέψεις ένα μπλουζάκι με την φάτσα μου επάνω τυπωμένη.
Κι ας σου φαίνεται γέλιο.
Κι ας μου φαινόταν γελοίο».

Από το «Αναζητώντας Κροκανθρώπους»

Σε ηλικία 18 ετών βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει στο Νεοελληνικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής, με στόχο του να περάσει στο τμήμα της Δημοσιογραφίας. Με την οποία τελικά θα ασχοληθεί ερασιτεχνικά, αφήνοντάς του το ψευδώνυμο Άσιμος το οποίο θα τον ακολουθούσε μέχρι το θάνατό του.
 
Τα χρόνια κύλησαν με τον Άσιμο να κάνει εμφανίσεις σε μικρές μπουάτ, τα τραγούδια του να ανθίζουν και να τον βάζουν στο μάτι των Αρχών, με τον ίδιο να αγνοεί όλες τις προειδοποιήσεις για λογοκρισία. Φυσικό αποτέλεσμα, να οδηγηθεί στην Ασφάλεια, «επίσκεψη» που του «κόστισε» μία χαμένη ταυτότητα. Ταυτότητα που αναπλήρωσε μετά από 18 χρόνια, καταφέρνοντας να του την εκδώσουν με τη «διευκρίνιση» στο σημείου του θρησκεύματος, «άνευ θρησκεύματος».
 
Το 1973 κατεβαίνει στην Αθήνα και δοκιμάζει την τύχη του σε αρκετές μπουάτ στην Πλάκα. Συνεργάζεται με αρκετούς τραγουδιστές, καλλιτέχνες και συνθέτες, και ο Άσιμος αρχίζει να παίρνει τη μορφή που αγάπησε όλη η Ελλάδα, μετά τον θάνατό του. Τότε, με πρόσωπα όπως οι Γκαϊφύλιας, Τραντάλης, Μουζακίτης και άλλοι στο πλευρό του, παρουσιάζει ένα πρόγραμμα με μουσική, κείμενα, σκετς και ντοκουμέντα ενάντια στο κατεστημένο. «5η εποχή», «11η εντολή», «Χνάρι», «Μουσικό Θέατρο Φτώχειας», «Σούσουρο» μερικές από τις παραστάσεις του.
 
Το 1975 έρχεται το δισκάκι των 45 στροφών «Ρωμιός-Μηχανισμός». Ακολουθούν οι περιβόητες κασέτες του, που ο ίδιος ηχογραφούσε και διακινούσε μόνος στα Προπύλαια, το Πολυτεχνείο, το Μοναστηράκι, τα Εξάρχεια. Δημιουργεί την «Exarchia Square Band» και συμμετέχει σε συναυλίες, κοινωνικοπολιτικές εκδηλώσεις, μουσικοθεατρικά σχήματα, θέατρο του δρόμου, διάφορα δρώμενα.
 
Το 1976 είναι η χρονιά που θα του φέρει την κόρη του Λίλιαν, τη μικρή Νιουνιού, που απέκτησε με τη σύντροφό του Λίλιαν. Το παιδί, όμως, δεν έφερε την ευτυχία στο ζευγάρι, με τη Λίλιαν να τον αφήνει και τον Άσιμο να μένει μόνος να φροντίζει την κόρη του.
 
Έναν χρόνο μετά, θα έχει ακόμα μία περιπέτεια με τον νόμο, όταν μαζί με άλλους πέντε εκδότες-συγγραφείς κατηγορούνται ως «εξέχουσες προσωπικότητες που επηρεάζουν αρνητικά το κοινωνικό σύνολο». Ο Άσιμος ριζοσπαστικοποίείται συνεχώς όλο και περισσότερο, και ως απαύγασμα όλων των παραπάνω, «γεννάει» τους Κροκανθρώπους του.
 
Στο βιβλίο του, «Αναζητώντας Κροκανθρώπους», ο Άσιμος αφήνει στις γενιές που θα ακολουθήσουν την ανεκτίμητη παρακαταθήκη του. Έναν χρόνο αργότερα, το 1982, κυκλοφορεί τον δίσκο του με τίτλο «Ξαναπές το» με τη συμμετοχή της Χαρούλας Αλεξίου και του Βασίλη Παπακωνσταντίνου.

Η 17η Μαρτίου του 1988 ήταν η ημέρα που ο Νικόλας Άσιμος αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή του. Η κατηγορία του βιασμού που τον στιγμάτισε, ήρθε λίγο μετά από μία βίαιη περιπέτεια, που με την παρέμβαση των φίλων του, από θαύμα δεν βρέθηκε έγκλειστος σε ψυχοθεραπευτική κλινική. Το ίδιο κοντά βρέθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού, καταφέρνοντας να μείνει εκτός καταβάλλοντας χρηματική εγγύηση.

Το βάρος της κατηγορίας του βιασμού, ωστόσο, αποδείχτηκε αβάστακτο για τον Άσιμο, που μετά από δύο ανεπιτυχείς απόπειρες, κρεμάστηκε τελικά στον «Χώρο Προετοιμασίας», το σπίτι του στην οδό Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια.
 
Το τέλος του, πολύ πριν αυτό έρθει, ο ίδιος είχε καταφέρει να το «δει» κατάματα, παρουσιάζοντας μία χαρακτηριστική διαύγεια μέσα στη θολούρα που πολλοί του απέδιδαν. Τα τραγούδια του, θα μείνουν για πάντα να μας συντροφεύουν και να θυμίζουν, πέρα από όλα τα υπόλοιπα, πως η εικόνα δεν είναι σχεδόν ποτέ ειλικρινής σε σχέση με το περιεχόμενο. Οι στίχοι του, θα μείνουν να εξηγούν ακόμα και σήμερα «τον Μηχανισμό» του κόσμου.
 
Ο Άσιμος έφυγε, στο σπίτι του στην Καλλινδρομίου, μόνος και παρεξηγημένος. Ο Νικόλας έμεινε για πάντα εδώ. Bραχνός Διογένης, πότε μέσα και πότε έξω από το πιθάρι του, να χτυπά και να χαλά με την απέθαντη ματιά και τα λόγια του τις βεβαιότητες και τους μικρόκοσμους που ο καθένας και η καθεμιά, ακόμα και σήμερα, πασχίζει να χτίσει…

Διαβάστε ολόκληρο το βιβλίο του «Αναζητώντας Κροκανθρώπους»: