Τζένη Τσιροπούλου, Νάντια Ρούμπου
«Γιατί οι καρδιές των ανθρώπων να πετιούνται στο χώμα;»
Είναι 3 Δεκεμβρίου του 1967 και βρισκόμαστε στη Νότια Αφρική. Ένας ντόπιος μπακάλης ξαπλώνει στο χειρουργικό τραπέζι. Από πάνω του ο άγνωστος στη διεθνή κοινότητα καρδιοχειρουργός Κριστιάν Μπάρναρντ ενορχηστρώνει μια ομάδα γιατρών που την επόμενη μέρα θα είναι πρωτοσέλιδο σε όλη την υφήλιο. Η πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση καρδιάς στον κόσμο από άνθρωπο σε άνθρωπο καλύπτεται σαν να γίνεται παγκόσμιος πόλεμος. Η καρδιά μιας κοπέλας χτυπάει μέσα στο στήθος ενός άντρα. Ο κύκλος ζωή-θάνατος μόλις έχει μεγαλώσει. Μόλις έχει γίνει ζωή-θάνατος-ζωή. Μισό αιώνα μετά, τι γίνεται με τη δωρεά οργάνων στην Ελλάδα;
Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017
Shares
Έρευνα, Κείμενο: Τζένη Τσιροπούλου

Συνεντεύξεις:Τζένη Τσιροπούλου, Νάντια Ρούμπου 


Η ιστορία της Ζωής


«Τον ονόμασα Αργύρη, όπως μου 'πε η καρδιά μου.» Στην κυριολεξία

 

H Ζωή κανονίζει το ραντεβού τού Αργύρη για κούρεμα. «Έχουν μακρύνει πολύ τα μαλλιά του» γελάει ενόσω μιλάμε στο τηλέφωνο. Τον τελευταίο χρόνο, ο γιος της 44χρονης Ζωής Κωσταρίδη, ο μικρός Αργύρης, που φέτος πάει πρώτη δημοτικού, αναρωτιόταν γιατί δεν έχει το όνομα τού παππού του όπως οι περισσότεροι συμμαθητές του.  
 
Η Ζωή δεν του έκρυψε την αλήθεια. Ονόμασε τον γιο της Αργύρη γιατί «έτσι της είπε η καρδιά της». Στην κυριολεξία, αφού ο Αργύρης έχει το όνομα τού 17χρονου που έχασε τη ζωή του σε τροχαίο και η οικογένειά του χάρισε την καρδιά του στη Ζωή που είχε ανάγκη για μεταμόσχευση. Ο Αργύρης γνωρίζει ότι η μαμά του έχει κάνει μια σοβαρή εγχείριση και έχει πάρει μια νέα καρδιά. «Θέλω να ξέρει ότι και η δική του ζωή οφείλεται στον αλτρουισμό και τη μεγαλοψυχία κάποιων ανθρώπων» μού λέει η Ζωή, η γυναίκα που αποτέλεσε ένα ιατρικό θαύμα ως η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που έκανε παιδί αφού είχε κάνει μεταμόσχευση καρδιάς. «Όταν έφτασε η μέρα να γεννήσω, τόσοι γιατροί ήταν εκεί και έτρεχαν πανικόβλητοι που τους πείραζα ότι είναι σαν να γυρίζουμε ντοκιμαντέρ» λέει γελώντας η Ζωή.
 
Σήμερα δεν εργάζεται, όχι επειδή δεν μπορεί - ίσα-ίσα πάει γυμναστήριο και συμμετέχει μέχρι και σε μαραθώνιους- αλλά γιατί μετά τη μεταμόσχευση αποφάσισε να αφοσιωθεί στον αγώνα για τη διάδοση της ιδέας της δωρεάς οργάνων και την ευαισθητοποίηση μέσα από το Σύλλογο Μεταμοσχευμένων «Σκυτάλη ». «Είναι κάτι που το χρωστάμε όσοι έχουμε μεταμοσχευθεί» λέει χωρίς δεύτερη σκέψη.
 
Οι γιατροί τής είχαν απαγορεύσει να μείνει έγκυος μετά τη μεταμόσχευση καρδιάς που έκανε το 2004, γιατί δεν υπήρχε κανένα αντίστοιχο ιστορικό στη χώρα μας. «Οι περισσότερες γυναίκες κάνουν μεταμόσχευση μετά τα 40 οπότε συνήθως έχουν ήδη παιδιά. Εγώ ήμουν νέα κοπέλα, μόλις 31 χρονών» εξηγεί. Εκείνη τους παρακαλούσε να το σκεφτούν, αλλά οι γιατροί φοβόντουσαν ότι ένα τέτοιο ρίσκο μπορεί να την οδηγούσε στο θάνατο εξαιτίας «της πιθανής ενεργοποίησης ενός ιού που έχουν όλοι σχεδόν οι μεταμοσχευμένοι μετά την εγχείριση και ο οποίος μπορεί να προκαλέσει απόρριψη του μοσχεύματος». Η Ζωή και ο σύζυγός της είχαν προσπαθήσει να υιοθετήσουν παιδί, αλλά μόλις οι υπεύθυνοι άκουγαν για τη μεταμόσχευση τούς απέρριπταν αμέσως. Ένα πρωί, μετά από ένα χρόνο, η Ζωή αποφάσισε ότι θα το κάνει πάση θυσία. «Πήγα στο γιατρό μου για μια ύστατη προσπάθεια, αλλά ήμουν σαν Μεγάλη Παρασκευή από τη στενοχώρια» θυμάται.
 
«Τι έχεις Ζωή; Κάτσε, πάρε χαρτί και στυλό και γράφε» της είπε ο γιατρός.
 
«Τι να γράψω γιατρέ;»
 
«Τις αλλαγές των φαρμάκων σου για να βάλουμε μπροστά την εγκυμοσύνη.»


Η Ζωή και ο Αργύρης.
 
«Ήταν από τις πιο δυνατές στιγμές της ζωής μου γιατί είχα μια ευκαιρία να διεκδικήσω το όνειρό μου» λέει η μητέρα του Αργύρη σήμερα. «Μια φορά την εβδομάδα έκανα εξετάσεις αίματος και μια ομάδα γιατρών -γυναικολόγος, λοιμωξιολόγος, αιματολόγος και καρδιολόγος- με παρακολουθούσαν ανελλιπώς. Ήμουν προετοιμασμένη για να νοσηλευτώ, αλλά αυτό ήταν ψιλά γράμματα σε σχέση με ό,τι είχα περάσει στη ζωή μου μέχρι τη μεταμόσχευση. Ευτυχώς πήγαν όλα τέλεια και είχα όλους τους αγαπημένους μου κοντά μου. Όταν κράτησα για πρώτη φορά τον Αργύρη στα χέρια μου νόμιζα ότι ήταν ψέμα, νόμιζα ότι κάποιος θα με ξυπνούσα μια μέρα και θα μου τον έπαιρνε. Ήταν τόσο καλό για να 'ναι αληθινό.»
 

«Μια ψύξη είναι θα περάσει». Αλλά δεν ήταν ψύξη. Ούτε πέρασε 


Η Ζωή ήταν μόλις 13 χρονών όταν ανακάλυψε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την καρδιά της, όταν εισήχθη για μια εγχείριση αμυγδαλών. Ο καρδιολόγος τότε της είπε ότι η καρδιά της είναι λίγο μεγαλύτερη από ό,τι στα κορίτσια της ηλικίας της. Η ασθένειά της ήταν ασυμπτωματική και δεν μπορούσαν να εντοπίσουν την αιτία. Για δέκα χρόνια έζησε χωρίς να δίνει σημασία, χωρίς χάπια και χωρίς ενοχλήσεις. Μέχρι που μια μέρα, όταν ήταν 23 χρονών και εργαζόταν σε μεγάλο δικηγορικό γραφείο «υπό συνθήκες μεγάλης πίεσης και άγχους, προέκυψε μια μεγάλη ένταση μεταξύ συναδέλφων» και η ίδια συγχύστηκε και έχασε τις αισθήσεις της. Όταν άνοιξε τα μάτια της βρισκόταν στο ασθενοφόρο.
 
Επί έναν χρόνο η Ζωή πάθαινε κρίσεις, της γυρνούσε η γλώσσα, αλλά οι γιατροί δεν μπορούσαν να εντοπίσουν τι ακριβώς πήγαινε λάθος με την υγεία της, μέχρι που παραμονές τού γάμου της βρέθηκε εσπευσμένα στο Ωνάσειο και ανακάλυψαν ότι η ρίζα του προβλήματος ήταν η καρδιά της και ότι η ζωή της κινδύνευε σοβαρά. Σε μια ηλικία όπου οι περισσότεροι νιώθουμε αθάνατοι, η Ζωή έβαλε έναν απινιδωτή κάτω από το δέρμα της -ένα μηχάνημα που με μικρά ηλεκτροσόκ ρυθμίζει τους χτύπους της καρδιάς- και έζησε μαζί του για τα επόμενα επτά χρόνια.  Τα φάρμακα αυξάνονταν ενώ τα κιλά της Ζωής λιγόστευαν, μέχρι που και το να ανέβει λίγα σκαλιά φάνταζε άθλος. Μια νύχτα ο πόνος έγινε αφόρητος και ο ιδιώτης γιατρός που έφερε η Ζωή στο σπίτι τής είπε: «Μια ψύξη είναι θα περάσει». Αλλά δεν ήταν ψύξη. Ούτε πέρασε.  
 
Όταν πια βρέθηκε στην εντατική ήταν σχεδόν αποστεωμένη, χωρίς όρεξη να μιλήσει ή να φάει. Η μόνη λύση ήταν τώρα η μεταμόσχευση. «Ο γιατρός, ο κύριος Αλιβιζάτος, μου έλεγε ότι θα μπορέσω μέχρι και να ξανατρέξω, αλλά εγώ δεν το πίστευα. Μπήκα στη λίστα για την αναμονή του μοσχεύματος και το πολυπόθητο τηλεφώνημα ήρθε τελικά τη Μεγάλη Τετάρτη του 2004 στις 9 το βράδυ. Μου είπαν, "Ζωή έλα, γιατί έρχεται ένα καλό μόσχευμα για 'σενα". Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να τους πω να το αφήσουμε γιατί ένιωθα καλύτερα. Φοβήθηκα. "Το τρένο περνάει μια φορά”, μου ΄πε η συντονίστρια. “Σήκω κι έλα." Ήμουν μόνη στο σπίτι, ντύθηκα και έφυγα. Την επομένη τής μεταμόσχευσης ήταν Πάσχα. Από τη χαρά μου έφαγα μέχρι και αρνί που είχαν οι νοσοκόμες σε τάπερ» γελάει η Ζωή. «Ήταν απλώς μαγικό. Άκουγα μια δυνατή καρδιά και η ζωή μου ξεκινούσε από την αρχή.»
 

Να εμπνέεις, να σμίγεις, να ευχαριστιέσαι τα μικρά

 
Στα 13 χρόνια που η Ζωή είναι μεταμοσχευμένη δεν έχει σκοντάψει σε προκαταλήψεις της κοινωνίας. «Αντιθέτως, όταν ακούνε την ιστορία μου συνήθως εντυπωσιάζονται. Δεν έχουν ιδέα, δεν έχουν ξαναδεί μεταμοσχευμένο άνθρωπο και ρωτάνε με μεγάλη περιέργεια» λέει. Κάποιοι, μάλιστα, με έμπνευση τη Ζωή αποφασίζουν να σώσουν τις ζωές κι άλλων ανθρώπων. Μια φίλη της έγινε αμέσως δότρια μυελού των οστών, ενώ κάποιοι γονείς, όταν δυστυχώς έχασαν το παιδί τους, αποφάσισαν να δωρίσουν τα όργανά του γιατί γνώριζαν τη δική της ιστορία.


Η Ζωή και ο Αργύρης. 

Η είδηση της γέννησης του μικρού Αργύρη, τον Απρίλιο του 2011, έλαβε μεγάλη δημοσιότητα λόγω του ότι γράφτηκε ως στιγμή-ορόσημο στην ελληνική επιστημονική πρωτοπορία. Η οικογένεια του δότη της Ζωής, του 17χρονου Αργύρη που είχε χάσει τη ζωή του σε τροχαίο, αναγνώρισε τη μεταμοσχευμένη κοπέλα στην τηλεόραση με τα λίγα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της και της έστειλε μήνυμα στο facebook.  Συναντήθηκαν όλοι μαζί για πρώτη φορά στη βάφτιση του μωρού, χωρίς οι συγγενείς του δότη να έχουν ιδέα για το βαφτιστικό όνομα που θα άκουγαν. Η ανάγκη τής οικογένειας του δότη και της λήπτριας να σμίξουν ήταν μεγαλύτερη από τον νόμο που επιβάλλει το να παραμείνουν άγνωστοι μεταξύ τους. Το καλοκαίρι του 2016, η Ζωή συνάντησε για πρώτη φορά και τη μητέρα του δότη της στη Ζαχάρω Ηλείας, στον γάμο του αδερφού του. «Τη φοβόμουν αυτή τη συνάντηση» μου λέει η Ζωή, «αλλά ήταν συγκινητική. Δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε και τους συγκινούσε να έχουν κοντά τους τον μικρό Αργύρη».
 
Πριν κλείσουμε το τηλέφωνο, ρωτάω τη Ζωή πώς αλλάζει ο τρόπος που βλέπεις τα πράγματα μετά από αυτή την εμπειρία. «Αλλάζει η φιλοσοφία, αλλά δυστυχώς η καθημερινότητα σε καταπίνει πάλι. Όμως, μετά σταματάς για λίγο και λες "Φτάνει, δεν αξίζει να στενοχωριόμαστε για μικροπράγματα. Πρέπει να ευχαριστιόμαστε το παραμικρό, μια βόλτα στη θάλασσα, έναν καφέ με φίλους, όλα αυτά που τα έχουμε, αλλά ξεχνάμε να τους δώσουμε σημασία.»
 

Τι ισχύει στην Ελλάδα για τη δωρεά οργάνων για όλους τους πολίτες

 
Τις μέρες που δούλευα αυτό το ρεπορτάζ συνομίλησα με αρκετούς συναδέλφους και φίλους για τη δωρεά οργάνων και ήταν πέρα από εμφανές ότι επικρατεί άγνοια για την ισχύουσα νομοθεσία που μας αφορά όλους. Μου φάνηκε, επίσης, τραγελαφικό το ότι αναζητώντας στο Google το αρκτικόλεξο «ΕΟΜ» (δηλαδή Εθνικός Οργανισμός Μεταμοσχεύσεων, που είναι ο επίσημος κρατικός φορέας του Υπουργείου Υγείας για τη δωρεά και τη μεταμόσχευση), το πρώτο αποτέλεσμα που έπαιρνα ήταν «Ελληνική Ομοσπονδία Μπριτζ».
 
Ας διευκρινίσουμε, λοιπόν, τι ισχύει. Μέχρι το 2011 η ελληνική νομοθεσία όριζε ότι όποιος ήθελε να γίνει δωρητής οργάνων έπρεπε να το δηλώσει ρητά στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ), από όπου θα έπαιρνε και την αντίστοιχη κάρτα δωρητή. Το 2011, όμως, (επί Ανδρέα Λοβέρδου ως υπουργού Υγείας) η νομοθεσία προκειμένου να προσαρμοστεί στις ευρωπαϊκές οδηγίες, προσανατολίστηκε εμφατικά υπέρ της δωρεάς οργάνων -η λεγόμενη «εικαζόμενη συναίνεση» που ισχύει σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες- και έκτοτε ο νόμος λέει ότι: «Η αφαίρεση ενός ή περισσοτέρων οργάνων από ενήλικο, θανόν πρόσωπο πραγματοποιείται εφόσον, όσο ζούσε, δεν είχε εκφράσει την αντίθεσή του [Άρθρο 9, παράγραφος 2 του ν. 3984/2011 ].
 
Εν μέσω ψήφισης του πρώτου μνημονίου και χωρίς να δοθεί μεγάλη δημοσιότητα, η κοινωνία, τότε, δεν ασχολήθηκε ιδιαιτέρως με την αλλαγή αυτή, όμως υπήρξαν και αρνητικές τοποθετήσεις από εμπλεκόμενα μέρη, όπως από την επιστημονική κοινότητα, την εκκλησία, αλλά και τους συλλόγους μεταμοσχευμένων. Η θεμελιώδης αντίρρηση ήταν ότι η επιθυμία για δωρεά οργάνων δεν πρέπει να εικάζεται, αλλά ως ύψιστη κίνηση αλτρουισμού, θα πρέπει να επιλέγεται συνειδητά από το άτομο. Όσο και να αποσκοπεί στο κοινό καλό, μια επιβεβλημένη συναίνεση δωρεάς, πολλοί φοβήθηκαν ότι θα γεννούσε περισσότερη αντιδραστικότητα στον κόσμο παρά κατανόηση για το μεγαλείο της προσφοράς των οργάνων.
 
Ο Αναστάσιος Χατζής, παιδίατρος-εντατικολόγος και πρώην πρόεδρος του ΕΟΜ, μιλώντας στο TPP, διευκρινίζει ότι καταλυτικό ρόλο στη μετέπειτα εξέλιξη έπαιξε η εκκλησία: «Παλαιότερα, η θέση της Ιεράς Συνόδου ήταν υπέρ της δωρεάς οργάνων και των μεταμοσχεύσεων ως δείγμα αλληλεγγύης, αγάπης και προσφοράς. Όμως στον νόμο της εικαζόμενης συναίνεσης αντέδρασε επισήμως, λέγοντας ότι καταστρατηγείται το αυτεξούσιο , η απόλυτα εθελοντική προσφορά. Η εκκλησία δε δέχτηκε ότι θα εικάζεται ότι είμαι δωρητής εκτός κι αν δηλώσω ότι δεν είμαι. Και η εκκλησία, καλώς ή κακώς, έχει απήχηση στην κοινωνία. Από τον πιο απλό παπά μέχρι τον αξιωματούχο της εκκλησίας, όταν πει κάτι από άμβωνος, αυτό έχει ανταπόκριση στον κόσμο. Επίσης, η εκκλησία εκπροσωπείται με δικό της μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΟΜ και τότε, αποφάσισε να μη συμμετάσχει λόγω της διαφωνία της». 
 
Λίγους μήνες αργότερα, τελικά, ο νόμος της «εικαζόμενης συναίνεσης» τροποποιήθηκε (με το άρ. 55 παρ. 4 του Νόμου 4075/2012 ) και προστέθηκε η προϋπόθεση της «συναίνεσης της οικογένειας» τού υποψήφιου δότη, κίνηση που «γεφύρωσε τις διαφορές».
 
Σήμερα, λοιπόν, δεν υπάρχουν πια κάρτες δωρητών και όλοι οι πολίτες θεωρούνται εν δυνάμει δωρητές σε περίπτωση εγκεφαλικού θανάτου, αλλά τον τελευταίο λόγο τον έχει αυστηρά η οικογένεια. Δεν μπορεί να προηγηθεί γραπτή δήλωση του ατόμου ότι θέλει να δωρίσει τα όργανά του, η οποία θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη την κρίσιμη στιγμή για να διευκολύνει την οικογένεια. Εάν κάποιος δεν επιθυμεί να γίνει δωρητής, πρέπει να το δηλώσει ρητά στον ΕΟΜ. Τέλος, εάν δε βρεθούν συγγενείς, οι γιατροί απαγορεύεται να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια για δωρεά οργάνων.


14 Δεκεμβρίου 1967. Νοσοκομείο Γκρόοτε Σουρ, Κέιπ Τάουν, Νότια Αφρική. Η χειρουργική ομάδα του Dr. Christiaan Barnard κάνει επέμβαση ανοικτής καρδιάς, εκεί όπου 11 μέρες νωρίτερα είχε γίνει η πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση καρδιάς στον κόσμο.  


Μια πρωτιά... από το τέλος που μας στοιχίζει ζωές

 
Όσο είμαστε υγιείς, συνήθως δεν σκεφτόμαστε τη δωρεά οργάνων, μάλλον γιατί αντί να πιστέψουμε ότι είναι συνυφασμένη με τη ζωή, τη συνδέουμε συνειρμικά με ένα θέμα-ταμπού, την απώλεια της ζωής. Αλλά οι πιθανότητες να χρειαστούμε μόσχευμα εμείς οι ίδιοι είναι έξι φορές περισσότερες από το να χαρίσουμε τα όργανά μας. Από έναν δότη μπορούν να σωθούν ακόμα και 20 άνθρωποι που έχουν ανάγκη από νέα καρδιά, πνεύμονες, ήπαρ, νεφρούς, κερατοειδείς, δέρμα ή και οστά. Στις μέρες μας, όλο σχεδόν το ανθρώπινο σώμα μπορεί να μεταμοσχευθεί, ενώ με τα επιστημονικά άλματα που έχουν επιτευχθεί, το ποσοστό επιβίωσης μετά τη μεταμόσχευση είναι πάρα πολύ υψηλό και οι άνθρωποι ζουν φυσιολογικές ζωές, χωρίς να θεωρούνται καν ασθενείς.

Γιατί, όμως, η Ελλάδα παραμένει τελευταία στην ΕΕ στη δωρεά οργάνων;

Απηύθυνα την ερώτηση στον κ. Χατζή, πρώην πρόεδρο του ΕΟΜ:
 
«Μέχρι το 2011 -με εξαίρεση το 2007-2008 που φτάσαμε στο πικ- η Ελλάδα κυμαίνεται πάρα πολύ χαμηλά στις δωρεές οργάνων. Είμαστε τελευταίοι και με απόσταση από τον προτελευταίο.  Κατά την καλή διετία 2007-2008, δόθηκαν αρκετά χρήματα στον ΕΟΜ και έγινε μια καμπάνια ενημέρωσης για τη δωρεά μέσω των ΜΜΕ. Για να μιλήσουμε με αριθμούς, το 2008 οι δότες (πτωματικοί, δηλαδή εγκεφαλικά νεκροί) έφτασαν το 8,9 ανά εκατομμύριο πληθυσμού (α.ε.π.). Το 2011-2012 ήμασταν στους 7 α.ε.π. και τέτοιες καλοί περίοδοι δεν υπήρξαν ποτέ ξανά ούτε πριν ούτε μετά.» 

Το 2015 είχαμε 3,6 δότες α.ε.π., το 2016 ήταν 4,1 και το 2017 είναι 4,7. Για να καταλάβουμε τη διαφορά, στην πρωτοπόρο Ισπανία η προσφορά οργάνων φτάνει τους 43 δότες α.ε.π., ενώ στην Κροατία που έχει το μισό πληθυσμό από την Ελλάδα, οι δότες είναι 39,5 α.ε.π.
 
«Από την εμπειρία μου» συνεχίζει ο εντατικολόγος, «υπάρχουν συγγενείς που η μόνη τους παρηγοριά είναι να δωρίσουν τα όργανα τού ανθρώπου τους, είναι το "βάλσαμο της ψυχής μας", όπως έχει τύχει να μου πουν. Αυτή είναι η πεμπτουσία, το μεγαλείο. Ας παραμερίσουμε όμως τα νούμερα, καθώς πρέπει να δοθεί έμφαση στα βασικά προβλήματα. Το πρωτεύον είναι τα κρεβάτια των μονάδων εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ), όπου γίνονται οι μεταμοσχεύσεις. Στην Ελλάδα λείπουν τα μισά κρεβάτια εντατικής που χρειαζόμαστε και αυτό δεν είναι συνέπεια της κρίσης, αλλά υπάρχει εδώ και δεκαετίες.»
 
Αυτή η έλλειψη, τι συνέπειες επιφέρει;
 
«Η πρωταρχική συνέπεια είναι να μην μπορούμε να σώσουμε ανθρώπους που θα σώζονταν. Όσο για τη δωρεά: Πείτε ότι ένας άνθρωπος χτυπάει με ένα μηχανάκι και τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Δε βρίσκουμε κρεβάτι, τον έχουμε στα εξωτερικά ιατρεία διασωληνωμένο, την επόμενη μέρα αγωνιζόμαστε να βρούμε ένα κρεβάτι εντατικής και εν τω μεταξύ καταλαβαίνετε ότι οι γονείς είναι ανάστατοι και θυμωμένοι. Τελικά, βρίσκουμε κρεβάτι μετά από δύο μέρες σε άλλο νοσοκομείο ή δεν βρίσκουμε ποτέ και ο άνθρωπος πεθαίνει. Ανακοινώνεις στους δικούς του ότι ο άνθρωπός τους είναι νεκρός και τους ρωτάς αν μπορούμε να δωρίσουμε τα όργανα. Εκεί σου ορμάνε και σου λένε “Μας τον σκοτώσατε, γυρνάμε από νοσοκομείο σε νοσοκομείο και θέλετε και τα όργανα;”. Το πρωτεύον φυσικά είναι να σώσεις τον άνθρωπο. Αν έχεις ένα σύστημα που δουλεύει ιδανικά, ο άλλος κατανοεί ότι έγινε καθετί δυνατόν, ακόμα κι αν δεν τα καταφέρεις. Στην Ελλάδα το σύστημα κάνει τους συγγενείς εχθρούς του. Ο θυμός της απώλειας ξεσπάει και εκεί πέρα. Δεν είναι αυτό το μοναδικό πρόβλημα, αλλά ό,τι άλλο και να κάνεις, αν δεν έχεις ένα κρεβάτι εντατικής να σώσεις ανθρώπους ή να αξιοποιήσεις αυτούς που είναι εγκεφαλικά νεκροί, δεν μπορείς να πετύχεις τίποτα, όσες καμπάνιες ενημέρωσης ή κέντρα μεταμοσχεύσεων και να έχεις. Αυτή είναι η αλήθεια» απαντάει ο πρώην πρόεδρος του ΕΟΜ.
 
Προς επίρρωση των βιωμάτων τού εντατικολόγου, η έρευνα (2009) του Ευρωβαρόμετρου έδειξε ότι το 43% των Ελλήνων θα επιθυμούσε να δωρίσει τα όργανά του, αλλά σύμφωνα με σχεδόν 1 στους 2 πολίτες (45%), η βασική αιτία της μη συγκατάθεσης είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στο σύστημα μεταμοσχεύσεων, υγείας και κοινωνικής και διοικητικής οργάνωσης γενικότερα.


 
«Ένα άλλο κρίσιμο ζητούμενο είναι το κατά πόσο ο ΕΟΜ είναι σε θέση να επιτελέσει όλο αυτό το φοβερό έργο που έχει να επιτελέσει, καθώς χρειάζεται προσωπικό, χρήματα, οργάνωση και αφοσίωση. Δυστυχώς, όπως το έζησα κι ο ίδιος από μέσα, παλεύουμε ακόμα με σπαθάκια και με τόξα. Το προσωπικό μας στον ΕΟΜ δούλευε σχεδόν εθελοντικά. Τέλος, όλα τα κέντρα μεταμόσχευσης πρέπει να αποκτήσουν σύγχρονα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά» προσθέτει ο κ. Χατζής.
 
Δυστυχώς, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι όλα τα παραπάνω μάς κοστίζουν ανθρώπινες ζωές που θα μπορούσαν να σωθούν. Είτε πρόκειται για ζωές που χάνονται σε νοσοκομεία με ελλείψεις είτε για ζωές που χάνονται όσο περιμένουν στη λίστα για τα μοσχεύματα που δεν έρχονται ποτέ. 

Ξένες γλώσσες και πολλά εκατομμύρια για μεταμοσχεύσεις στο εξωτερικό

 
Στην Ελλάδα έχουμε σε λειτουργία 5 μονάδες μεταμόσχευσης νεφρού (Λαϊκό Νοσοκομείο, Ευαγγελισμός, Ιπποκράτειο Θεσσαλονίκης και τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία Ιωαννίνων και Πάτρας), 1 μονάδα για μεταμόσχευση ήπατος (Ιπποκράτειο Θεσσαλονίκης) και 1 για καρδιά (Ωνάσειο). Δεν πραγματοποιούνται, για παράδειγμα, μεταμοσχεύσεις πνευμόνων και οι ασθενείς που χρειάζεται να υποβληθούν σε μεταμοσχεύσεις που δε γίνονται εντός των συνόρων μας αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό. 
 
Συγκεκριμένα, όπως εξηγεί ο κ. Χατζής, «Με την Ιταλία υπάρχει μια πολύ καλή σύμβαση για τα επείγοντα, τα οποία είναι και προτεραιότητα. Υπάρχουν συμφωνίες και με άλλα κέντρα άλλων χωρών. Το πρόβλημα που προέκυψε, εδώ, είναι ότι κάποιοι στο εξωτερικό εκμεταλλεύτηκαν αυτή την αδυναμία της Ελλάδας και υπερκοστολογούσαν τη μεταμόσχευση για Έλληνες, έως και 3 φορές πάνω από την κανονική τιμή για να γίνει άμεσα η εισαγωγή. Αλλιώς σου έλεγαν να περιμένεις τρεις μήνες στη λίστα για μόσχευμα. Άλλο θέμα είναι ότι, η Αυστρία, για παράδειγμα, ανήκει σε μια κοινοπραξία κρατών που λέγεται Eurotransplant και αυτοί έχουν τους δικούς τους κανόνες. Σε αυτούς η Ελλάδα χρωστάει τα μοσχεύματα που χρησιμοποιούνται για να σωθούν Έλληνες ασθενείς, καθώς τα μοσχεύματα δεν περισσεύουν πουθενά. Άλλο πολύ ιδιαίτερο θέμα είναι το ότι στην Ελλάδα δε γίνονται μεταμοσχεύσεις στα μικρά παιδιά, αφού δεν υπάρχουν οι αντίστοιχες δυνατότητες. Το Ωνάσειο, για παράδειγμα, δεν έχει άδεια για μεταμοσχεύσεις καρδιάς σε παιδιά».
 
«Έπειτα, για έναν απλό έλεγχο οι ασθενείς πρέπει να ταξιδέψουν στο εξωτερικό, να πληρώσουν ξενοδοχεία για την οικογένειά τους που τους συνοδεύει, αλλά και να μιλάνε ξένες γλώσσες για να συνεννοούνται με τους ξένους γιατρούς. Και φανταστείτε τα όλα αυτά, για κάτι που είναι ήδη τόσο ψυχοφθόρο» μου επισημαίνουν μεταμοσχευμένοι που έχουν βιώσει τη διαδικασία. 


Ο Louis Washkansky, ο πρώτος άνθρωπος στον κόσμο που έκανε μεταμόσχευση καρδιάς. Πέθανε από πνευμονία 18 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση. 
 
Ο κ. Χατζής διευκρινίζει ότι «Για όλες τις μεταμοσχεύσεις ασθενών που ταξιδεύουν στο εξωτερικό πληρώνει ο ΕΟΠΥΥ. Υπολογίζεται ότι ξοδεύονται δέκα εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο για μεταμοσχεύσεις Ελλήνων στο εξωτερικό. Αυτό που επίσης δε γνωρίζουμε, είναι ότι οι μεταμοσχεύσεις είναι μια θεραπευτική πρακτική υπερανταποδοτική οικονομικά. Μια μεταμόσχευση νεφρού, κοστίζει όσο ένας χρόνος αιμοκάθαρσης και υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που κάνουν για χρόνια αιμοκάθαρση, επιβαρύνοντας έτσι πρωτίστως την υγεία τους και μειώνοντας το προσδόκιμο της ζωής τους».
 

Η ιστορία του Πέτρου

 

Το ζεϊμπέκικο της ζωής μου

 
«Αυτό είναι το τραγούδι της ζωής μου, το σιγοτραγουδάω και το χορεύω πάντα» λέει ο Πέτρος Κακολύρης ενόσω ακούμε στο ραδιόφωνο το «Μια εκδρομή» του Μητροπάνου. «Ο Μητροπάνος είχε κάνει μεταμόσχευση νεφρού και ο Μηλιώκας του έγραψε αυτό το τραγούδι την περίοδο που ήμουν κι εγώ στη λίστα» θυμάται. «Ήταν παραμονές πρωτοχρονιάς του 2009, της χρονιάς που έκανα τη μεταμόσχευση -ήταν και γούρικο-, όταν κάναμε ένα τραπέζι στο σπίτι με φίλους και συγγενείς. Όπως καθόμασταν, παίζει αυτό το τραγούδι. Ήταν μια περίοδος που εγώ δεν μπορούσα να περπατήσω ούτε τρία μέτρα και σηκώθηκα με ό,τι δυνάμεις είχα και το χόρεψα. Δεν κατάφερα να το βγάλω όλο, αλλά οι δικοί μου είχαν πέσει πάνω μου και γίναμε μια αγκαλιά. Στην επέτειο της μεταμόσχευσης μου, στις 20 Μαΐου, κάθε χρόνο κάνω γιορτή και το πρώτο τραγούδι που βάζω πάντα είναι αυτό.»


 
Ο Πέτρος ήταν δραστήριος και ασχολούνταν με τα κοινά από φοιτητής, αλλά μέχρι να φτάσει η δική του σειρά για μεταμόσχευση, δεν είχε ξανακούσει ποτέ για τη δωρεά οργάνων. Αυτή η δραστήριά του φύση, όμως, ήταν που μάλλον του έσωσε τη ζωή. 


Ο Πέτρος Κακολύρης (όρθιος, δεύτερος από αριστερά, με την ποδοσφαιρική του ομάδα ΚΑΜΑΚΙ στην Ιταλία) λίγο πριν διαγνωστεί η ασθένειά του.

«Είχα ένα πρόβλημα καρδιάς εκ γενετής, το οποίο επειδή δεν είχε συμπτώματα, θα μπορούσε να μου είχε στοιχίσει και τη ζωή μου. Το ανακάλυψα 25 χρονών, όταν ήμουν φοιτητής στην Ιταλία και μου ζητήθηκε να κάνω καρδιογράφημα για να παίξω ποδόσφαιρο σε ένα τουρνουά. Εδώ, η αμέλεια του ελληνικού κράτους είναι τεράστια γιατί εγώ είχα δελτίο ερασιτέχνη ποδοσφαιριστή στον Ολυμπιακό, μια τόσο μεγάλη ομάδα, και δε μου είχε ζητηθεί ποτέ μέχρι τα 25 μου χρόνια να κάνω καρδιογράφημα. Δεν ξέρω αν έπραξα σωστά, αλλά αφότου μου είπαν οι γιατροί ότι έχω πρόβλημα στην καρδιά μου, για ψυχολογικούς λόγους, εγώ συνέχισα να κάνω φοιτητική ζωή, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Δεν ήθελα να ζήσω σαν παππούς, αλλά αυτό ίσως και να μου στοίχισε στην πορεία» λέει ο 60χρονος σήμερα Πέτρος που ασχολείται με τις εκδόσεις και την ενημέρωση για τη δωρεά οργάνων μέσα από τον Σύλλογο Σκυτάλη.
 
Με τα χρόνια οι ταχυκαρδίες ήταν όλο και πιο συχνές και νοσηλευόταν κάθε φορά για όλο και μεγαλύτερο διάστημα, ενώ οι γιατροί τον προειδοποιούσαν ότι όσο μεγαλώνει, η κατάστασή του θα χειροτερεύει.
 

«Να ντρέπομαι για αυτό που μου έδωσε τη ζωή και μπορώ να βλέπω τον ήλιο και ο γιος μου να έχει πατέρα;»

 

«Μια μέρα είχα πάει σε έναν συνοικιακό γιατρό και τότε άκουσα για πρώτη φορά τη λέξη "μεταμόσχευση". Μου κόπηκαν τα πόδια. Τον έβρισα κι έφυγα. Ο καθένας θα τρομοκρατούνταν πιστεύω. Τώρα μπορεί να είναι η πιο όμορφη λέξη για ‘μένα, αλλά τότε ήμουν δίπλα στον θάνατο. Έτρεμα. Ο ξάδερφός μου είχε την ίδια ασθένεια και δεν μπήκε ποτέ στη λίστα γιατί φοβήθηκε τη μεταμόσχευση και τελικά πέθανε. Είναι πολύ σκληρό, σου πέφτει ο ουρανός στο κεφάλι. Μην κοιτάτε που εγώ τώρα έχω την εμπειρία και όλη τη ζωή δική μου. Πριν να πετύχει, μπαίνεις στο χειρουργείο και δεν έχεις ιδέα πώς θα βγεις» λέει ο Πέτρος που μετά το πρώτο σοκ είπε στον εαυτό του «Πάμε και θα τα καταφέρουμε».
 
«Το μεγαλύτερο μάθημα που σου δίνει η μεταμόσχευση είναι να μάθεις να ξεχωρίζεις τα μικρά πράγματα από τα μεγάλα. Θυμώνω πάρα πολύ με τους μεταμοσχευμένους που δεν πήραν χαμπάρι τι τους συνέβη. Πριν λίγες μέρες ήμουν στο Ωνάσειο για τον ετήσιο έλεγχο και δίπλα μου ήταν ένας άντρας που είχε κάνει πριν τρεις μήνες μεταμόσχευση. Η γυναίκα του γκρίνιαζε ασταμάτητα που πήγε στον ΕΟΠΥΥ και περίμενε στην ουρά. Της είπα ευγενικά: "Συγγνώμη, έχετε συνειδητοποιήσει γιατί τρέχετε; Αν δεν τρέχατε τώρα, ο άνθρωπός σας δε θα υπήρχε. Και διαμαρτύρεστε για μια ουρά στην Ελλάδα; Δεν εκτιμάτε το μέγεθος αυτού που σας έχει συμβεί;".»
 
Όταν τον ρωτάς για το μυστικό της επιτυχίας, ο Πέτρος δεν το σκέφτεται ούτε μια στιγμή: «Η αγάπη των δικών σου και το μοίρασμα. Αν όλο αυτό το κρατήσεις για σένα, έχασες. Αν δε στηριχτεί ο άνθρωπος στους άλλους, πού θα στηριχτεί; Μόνος σου θα περάσεις αυτό το τσουνάμι; Το μοιράζεσαι και δεν ντρέπεσαι. Οι άνθρωποι ντρέπονται. Το ξέρετε ότι, όταν στέλνουμε γράμματα σε μέλη του συλλόγου μας, δε γράφουμε στον φάκελο «Σύλλογος Μεταμοσχευμένων» γιατί ντρέπονται μην το δει κανείς και στιγματιστούν; Μα αν ντρέπεσαι εσύ, θα ντρέπεται κι όλη η κοινωνία μαζί σου. Εγώ είμαι περήφανος που έχω κάνει μεταμόσχευση. Να κρύψω αυτό που μου έδωσε τη ζωή και μπορώ τώρα να μιλάω μαζί σας, να βλέπω τον ήλιο το πρωί και ο γιος μου να έχει πατέρα;».
 
Ο γιος του Πέτρου, ο Κωνσταντίνος, ήταν 12 χρονών τη χρονιά της μεταμόσχευσης και ο πατέρας του επέλεξε να τον προστατεύσει μιας και «βρισκόταν σε μια ευαίσθητη ηλικία». «Στον γιο μου και την πεθερά μου αποφάσισα να μιλήσω για το πρόβλημα, αλλά όχι για τη μεταμόσχευση. Μόλις τελείωσα και όλα πήγαν καλά, φόρεσα τη χειρουργική μάσκα, κάτσαμε σε ένα δωμάτιο και τους τα είπα όλα. Σήμερα που βλέπω τον Κωνσταντίνο, 21 χρονών πια, νομίζω ότι το πέρασε καλά» λέει ο Πέτρος, ενώ λάμπουν τα μάτια του κάθε φορά που μιλάει για τον Κωνσταντίνο «του».


Ιούλιος 2016: Στιγμές χαράς με την ομάδα στους Πανευρωπαϊκούς αγώνες Μεταμοσχευμένων Καρδιάς-Πνεύμονα στο Vantaa της Φινλανδίας. Ο Πέτρος Κακολύρης τρίτος από δεξιά. 

«Λευκοί, μαύροι, φτωχοί, πλούσιοι, όλοι είμαστε ίσοι στη μεταμόσχευση»

 
«Η μεταμόσχευση είναι χαρμολύπη, αλλά όταν όλα πάνε καλά είναι ευλογία, σου δωρίζουν τη ζωή» λέει ο Πέτρος που δε σταμάτησε ούτε στις χειρότερες μέρες του να πηγαίνει μια βόλτα, κινηματογράφο και να βγαίνει μια φορά τη βδομάδα με τα αδέρφια του σε μια ταβέρνα για να συζητάνε για πολιτική, ποδόσφαιρο και να γελάνε. «Το πιο δύσκολο», όμως, θυμάται «είναι ότι δεν ξέρεις ποτέ πότε θα έρθει η ώρα. Ήμουν εννιά μήνες στη λίστα και περίμενα. Είχα υποχρεωτικά τρία κινητά ανοιχτά συνέχεια μπροστά μου και δεν έπρεπε να απομακρυνθώ από την Αθήνα σε απόσταση πάνω από δύο ώρες γιατί το μόσχευμα δεν αντέχει πολύ».
 
Δεν είναι εύκολο κάποιος να καταλάβει το μεγαλείο της μεταμόσχευσης αν δε γνωρίσει έναν άνθρωπο που του δόθηκε μια νέα καρδιά, μια νέα ζωή και νιώθει ευγνώμων. Και ο Πέτρος είναι σίγουρα ένας τέτοιος άνθρωπος. Το μεγαλείο τής μεταμόσχευσης δεν είναι μόνο ότι από τον θάνατο χαρίζει ζωή, αλλά, όπως λέει ο ίδιος: «Και ότι δεν κάνει διακρίσεις. Είναι βαθιά αντιρατσιστική. Μπορεί να είσαι μαύρος, άσπρος, πλούσιος, φτωχός, όμορφος, άσχημος, Έλληνας, άραβας, μπορεί να είσαι γυναίκα και να έχεις μέσα σου την καρδιά ενός άντρα».
 
Ο Πέτρος, σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου, στο αγαπημένο του ημερολόγιο που είχε στο εξώφυλλο τον Σαρλώ, ξεκίνησε να γράφει την Ιστορία της καρδιάς του (Εύμαρος, 2012), ένα «βιβλίο-αντίδωρο σε όλο αυτό που του χαρίστηκε». Και ο αγώνας συνεχίζεται. «Το πρόβλημα δεν τελείωσε επειδή εμείς το λύσαμε. Ο αγώνας συνεχίζεται για να διαδώσουμε την ιδέα της δωρεάς, γιατί υπάρχουν τόσοι συνάνθρωποί μας που χρειάζονται στήριξη. Να γίνουμε δωρητές πρώτα για τους δικούς μας ανθρώπους και γιατί είναι πιο πιθανό εμείς οι ίδιοι να χρειαστούμε μια καρδιά παρά να δώσουμε μία. Γιατί να μη χαρίσεις ζωή σε είκοσι ανθρώπους αλλά να θάψεις μια καρδιά κάτω από τη γη;».

Η ιστορία του Μ.


«Ο στρατιωτικός γιατρός μού έλεγε “Φάε μια σοκολάτα. Θα σου έχει πέσει το ζάχαρο”»


Στην οθόνη του υπολογιστή μου βλέπω έναν 35χρονο άντρα που, όμως, δείχνει λίγο μεγαλύτερος από την ηλικία του και στο λαιμό του κρέμεται μια πράσινη χειρουργική μάσκα. Θέλει να μου πει την ιστορία του ανώνυμα, γιατί πολλοί συγγενείς και φίλοι του δε γνωρίζουν ακόμα ότι έχει σοβαρό πρόβλημα με την καρδιά του, ενώ λόγω του ότι ζει σε μικρή κοινωνία φοβάται τα κουτσομπολιά. Θα τον λέμε Μ.

Ο Μ. ζει στην Άρτα και εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός. Η καρδιά του άρχισε να στέλνει τα πρώτα σημάδια ότι κάτι δεν πάει καλά το 2008 όταν ήταν στον στρατό. «Πήγα αρκετές φορές στον στρατιωτικό γιατρό γιατί δεν ένιωθα καλά, αλλά κάθε φορά μού έλεγε “Φάε μια σοκολάτα. Θα σου έχει πέσει το ζάχαρο”» μου αφηγείται μέσω skype. Μόλις απολύθηκε, 25 χρονών, έπαθε την πρώτη του σοβαρή κρίση και διακομίστηκε ημιλιπόθυμος. Από το νοσοκομείο έφυγε με έναν βηματοδότη στην καρδιά του.

Συνέχισε τη ζωή του κανονικά. Εργαζόταν, παντρεύτηκε, μέχρι που μια μέρα έπαθε ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά χάρη στη θρομβόλυση που του έκαναν οι γιατροί επανήλθε πλήρως. Το 2016, όμως, η καρδιακή ανεπάρκεια επιδεινωνόταν και χρειάστηκε να κάνει αλλαγή βηματοδότη στο Ωνάσειο.
 
Ο Μ. δε γνωρίζει σε τι οφείλεται η καρδιοπάθειά του μιας και οι γιατροί δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν την ακριβή αιτία. «Πιθανολογείται να ευθύνεται κάποιο μικρόβιο από κάποια ίωση που πέρασα» λέει. «Είμαστε νέοι και νομίζουμε ότι είμαστε άτρωτοι, αλλά καταλαβαίνεις ότι είμαστε όλοι τελικά εν δυνάμει καρδιοπαθείς, ανάπηροι, ασθενείς.»
 
Ως φοιτητής κάπνιζε, αλλά στα πρώτα σημάδια του προβλήματος το έκοψε. Η ζωή του έχει αλλάξει ριζικά πλέον, αφού λαχανιάζει με 4-5 σκαλιά και δεν μπορεί να πάει για ψώνια στο σούπερ μάρκετ ή να παίξει με το παιδί που έχει αποκτήσει με τη σύζυγό του, η οποία είναι το στήριγμά του όλα αυτά τα χρόνια, μαζί με τις αδερφές του. Το παιδάκι του γνωρίζει ότι «πρέπει να προσέχουμε τον μπαμπά, να μην κολλήσει τίποτα από εμάς», αλλά είναι πολύ μικρό και η χειρουργική μάσκα τού μπαμπά ίσως να φαντάζει περισσότερο σαν μάσκα σούπερ ήρωα.
 
«Η κοινωνική ζωή είναι απαραίτητη, οπότε δε στερούμαι έναν μεσημεριανό καφέ με τους φίλους μου, όμως δε βγαίνω ποτέ βράδυ και ποτέ για πάνω από μία ώρα» μου λέει ο Μ.
 
Όταν η κατάσταση τής υγείας του επιδεινώθηκε, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στους γιατρούς του στο Ωνάσειο, αποδέχθηκε αμέσως την ιδέα τής μεταμόσχευσης. «Στο πρώτο άκουσμα ήταν κάτι τρομακτικό. Αλλά μετά διάβασα, γνώρισα ανθρώπους που έχουν κάνει μεταμόσχευση και κατάλαβα ότι είναι λύτρωση. Έχω μεγάλη ανάγκη να μοιράζομαι τις σκέψεις μου με ανθρώπους που το έχουν βιώσει.»
 

«Σήμερα, ακόμα κι ο γιος μου να βρεθεί εγκεφαλικά νεκρός, θα δωρίσω τα όργανά του»

 
Σήμερα ο Μ. ζει με 12 χάπια την ημέρα και περιμένει. Περιμένει να μάθει στα τέλη του μήνα αν θα ενταχθεί στη λίστα με τους ανθρώπους που περιμένουν να λάβουν μόσχευμα, μιας και για να γραφτεί το όνομά σου στη λίστα προηγούνται εξετάσεις σε γιατρούς και ψυχολόγους. Αυτές τις μέρες η αγωνία περισσεύει, αν και οι γιατροί του είναι αισιόδοξοι ότι θα τα καταφέρει. «Όταν κάποιος μπει στη λίστα, δε γνωρίζει πόσο καιρό θα χρειαστεί να περιμένει. Άλλοτε είναι δυο μέρες κι άλλοτε χρόνια ολόκληρα. Γνώρισα κάποιον που τον κάλεσαν, αλλά και τις τρεις φορές το μόσχευμα αποδείχθηκε ακατάλληλο τελικά» μου λέει ο Μ. Το μόνο που προσμένει για το μέλλον είναι αυτό το πολυπόθητο τηλεφώνημα που θα τον κάνει να τρέξει στην 3 ώρες μακριά Αθήνα. «Αυτοκίνητο και δρόμο. Ούτε νερό δε θα πάρω» χαμογελάει.
 
Όνειρα για μετά τη μεταμόσχευση δεν έχει. Το μόνο που λαχταρά είναι να μπορεί να παίζει με τον γιο του. «Σήμερα δεν τολμάω να τον βγάλω μια βόλτα με το ποδήλατο, γιατί αν τρέξει σε ένα αυτοκίνητο, πώς θα τον κυνηγήσω;»  
 
Όταν τον ρωτάω αν είχε σκεφτεί ποτέ να γίνει δωρητής οργάνων ο ίδιος πριν την ασθένειά του, με αφοπλίζει: «Ποτέ μα ποτέ. Αυτή είναι η τραγική μου αλήθεια. Αλλά σήμερα, ακόμα κι ο ίδιος μου ο γιος να βρεθεί εγκεφαλικά νεκρός, θα δωρίσω τα όργανά του. Σήμερα πια το λέω με απόλυτη σιγουριά».
 
Πριν κλείσουμε, τον ρωτάω αν υπάρχει κάτι ακόμα που θα ήθελε να μοιραστεί: «Μιας και με ρώτησες για όνειρα, θα ήθελα μετά από όλα αυτά να ιδρύσω έναν σύλλογο για τη δωρεά οργάνων, γιατί εδώ στην Άρτα δεν έχουμε τίποτα τέτοιο. Γιατί οι καρδιές των ανθρώπων να πετιούνται στο χώμα; Γιατί;»




*Το ρεπορτάζ αναφέρεται αποκλειστικά σε πτωματικούς δότες, δηλαδή ανθρώπους που έχουν υποστεί εγκεφαλικό θάνατο. Για τους ζώντες δότες, η νομοθεσία είναι διαφορετική. Διάβασε εδώ το άρθρο 8. Μια εντελώς ξεχωριστή κατηγορία είναι οι δωρητές σώματος

**Σχετικά με τη μεταμόσχευση καρδιάς, στις 2-5 Νοεμβρίου θα παίζεται η παράσταση χορού «Ο Παρείσακτος» στο BIOS. Η παράσταση είναι εμπνευσμένη από το βιβλίο του Γάλλου φιλοσόφου Jean-Luc Nancy «L' Intrus», όπου ο συγγραφέας μιλά για το προσωπικό του βίωμα μεταμόσχευσης καρδιάς. Για περισσότερες πληροφορίες, δείτε εδώ


σχόλια - Κάνε κλικ για να σχολιάσεις
ThePressProject