της Μαργαρίτας Λιβιεράτου

Τα μέσα ενημέρωσης προβάλουν εικόνες από γυναίκες να παρακολουθούν αγώνες ποδοσφαίρου, μεταδίδουν βίντεο  για τις γυναίκες οδηγούς, αναφέρονται με θέρμη στο άνοιγμα κινηματογραφικών αιθουσών στη Σαουδική Αραβία έπειτα από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, ενώ δεν είναι λίγα τα πορτρέτα του νέου πρίγκιπα διαδόχου της χώρας Μοχάμεντ μπιν Σάλμαν και τις πρωτοποριακές και καινοτόμες ιδέες του οι οποίες έχουν στόχο να εκσυγχρονίσουν το σουνιτικό βασίλειο.

Ο Μοχάμεντ μπιν Σάλμαν ανέλαβε την εξουσία τον Ιούνιο του 2017 με ένα μίνι πραξικόπημα. Ο πατέρας του και βασιλιάς της Σαουδικής Αραβίας ζήτησε, αφού τον εκβίασε, από τον νόμιμο διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Νάγιαφ να παραχωρήσει τη θέση του στον αγαπημένο του γιο.

Πέρυσι ο MBS , όπως είναι γνωστός, προχώρησε σε ένα άνευ προηγουμένου κύμα διώξεων εναντίον 11 πριγκίπων και υψηλόβαθμων αξιωματούχων της χώρας με πρόσχημα την πάταξη της διαφθοράς. Πραγματικός του στόχος ήταν να εδραιώσει την εξουσία του με μια δημόσια επίθεση εναντίον των αντιπάλων του στη βασιλική οικογένεια. Άλλωστε έχει δημιουργήσει αρκετούς από το 2015, οπότε ξεκίνησε τις υπόγειες διεργασίες για να καταλάβει τον θρόνο.

Τους έκλεισε επί μήνες σε ένα χρυσό κλουβί στο ξενοδοχείο Ritz του Ριάντ και αφού κατέβαλαν δεκάδες εκατομμύρια δολάρια ως πρόστιμο, τους άφησε ελεύθερους.

Εσωτερικές διώξεις

Υπέρμαχοι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πραγματοποιούν εκστρατεία για να σώσουν τη ζωή της Ιζράα αλ Γόμγαμ, η οποία θα είναι η πρώτη γυναίκα που θα καταδικαστεί στην εσχάτη των ποινών στη Σαουδική Αραβία εξαιτίας της πολιτικής της δράσης.

Η 29χρονη Ιζράα συνελήθη τον Δεκέμβριο του 2015 μαζί με τον σύζυγό της επειδή διοργάνωσαν αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στην επαρχία Κάτιφ, όπου ζουν κυρίως σιίτες. Από τότε η Ιζράα κρατείται φυλακισμένη χωρίς να έχει πρόσβαση σε δικηγόρο. Τον προηγούμενο μήνα δικαστήριο πρότεινε να επιβληθεί η ποινή του θανάτου τόσο στην ίδια όσο και στους τέσσερις συγκατηγορούμενούς της. Η εκδίκαση της έφεσης θα γίνει τον Οκτώβριο.

Οι διώξεις και η καταπίεση εναντίον των σιιτών που ζουν στη Σαουδική Αραβία, και κυρίως στο ανατολικό τμήμα της όπου βρίσκονται και οι περισσότερες πετρελαιοπηγές, εντάθηκαν μετά τις κινητοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της Αραβικής Άνοιξης το 2011 με αίτημα την άρση των διακρίσεων εις βάρος της μειονότητας αυτής. Οι συλλήψεις, οι αναγκαστικοί εκτοπισμοί και οι καταστροφές των σπιτιών των σιιτών είναι καθημερινότητα.

Εξάλλου οι σιίτες δεν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο με τους σουνίτες από το δικαστικό σύστημα της Σαουδικής Αραβίας, ενώ δεν τους επιτρέπεται να ασκήσουν ελεύθερα τη θρησκεία τους και είναι αποκλεισμένοι από κάποιες θέσεις στον δημόσιο τομέα αλλά και υψηλόβαθμα πόστα.

Από τον Μάιο, και λίγες εβδομάδες προτού επιτραπεί στις γυναίκες της Σαουδικής Αραβία να οδηγούν, συνελήφθησαν περισσότερες από δέκα ακτιβίστριες υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών. Και παρόλο που πλέον οι γυναίκες μπορούν να οδηγούν, εξακολουθούν να βρίσκονται υπό την κηδεμονία ενός άνδρα –του πατέρα, του συζύγου, του αδελφού ή ακόμη και του γιου τους— προκειμένου να μπορέσουν να εργαστούν, να ταξιδέψουν ή να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας.

 
Εξωτερικές επεμβάσεις
 
Ο Μοχάμεντ μπιν Σάλμαν, ο «σφαγέας της Υεμένης» όπως τον αποκαλούν κάποιοι, είναι αυτός που ζήτησε την επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη, της οποίας ηγείται, με τα καταστροφικά αποτελέσματα για τον πληθυσμό της χώρας. Η πιο φτωχή χώρα της αραβικής χερσονήσου βρίσκεται από τον Μάρτιο του 2015, όταν ξεκίνησε η επέμβαση του Ριάντ υπέρ των κυβερνητικών στρατευμάτων και κατά των σιιτών ανταρτών Χούτι, αντιμέτωπη με τη χειρότερη ανθρωπιστική κρίση παγκοσμίως. Ο πληθυσμός της Υεμένης υποφέρει κυρίως εξαιτίας του αποκλεισμού που έχει επιβάλει ο υπό τη Σαουδική Αραβία συνασπισμός στα λιμάνια και το αεροδρόμιό της, από τις αεροπορικές επιδρομές που έχουν καταστρέψει νοσοκομεία, σχολεία και άλλες υποδομές. Περίπου 20 εκατομμύρια άνθρωποι στην Υεμένη έχουν ανάγκη από ανθρωπιστική βοήθεια σε σύνολο περίπου 28 εκατομμυρίων κατοίκων, πριν το ξέσπασμα του πολέμου.

Όμως η αποσταθεροποιητική δράση του Μοχάμεντ μπιν Σάλμαν στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζεται στην Υεμένη. Πέρυσι τον Ιούνιο το Ριάντ ηγήθηκε του οικονομικού αποκλεισμού του Κατάρ, στον οποίο τον ακολούθησαν και άλλες χώρες του Κόλπου όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν, αλλά και η Αίγυπτος. Οι χώρες αυτές διέκοψαν και τις διπλωματικές τους σχέσεις με τη Ντόχα, η οποία ακολουθεί διαφορετική πορεία, ανεξάρτητη από το Ριάντ. Επιθυμία τους ήταν να αναγκάσουν το Κατάρ να ακολουθήσει το όραμα της Σαουδικής Αραβίας για την περιοχή, κυρίως σε ό,τι αφορά τις σχέσεις με το Ιράν, τον βασικό αντίπαλο του σουνιτικού βασιλείου, την επιρροή του οποίου προσπαθεί να περιορίσει. Προς το παρόν η κίνηση αυτή δεν φαίνεται να αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα, καθώς το Κατάρ έχει στραφεί σε άλλους συμμάχους και αγορές.

Τον Δεκέμβριο του 2017 ο πρωθυπουργός του Λιβάνου Σάαντ αλ Χαΐρι έπειτα από ένα ταξίδι του στη Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά την παραίτησή του, έπειτα από την πίεση του Ριάντ που τον στηρίζει. Ο λόγος; Το γεγονός ότι στον κυβερνητικό συνασπισμό στον Λίβανο συμμετέχει το σιιτικό κίνημα της Χεζμπολάχ, κάτι που βέβαια δεν αρέσει στη Σαουδική Αραβία. Ωστόσο και αυτή η απόπειρα του Μοχάμεντ μπιν Σάλμαν να επηρεάσει την πολιτική ζωή των γειτονικών χωρών της Σαουδικής Αραβίας απέτυχε, ενώ ο Χαρίρι επέστρεψε στον Λίβανο ξανά πρωθυπουργός.
 
Δυτική ανοχή

Τα tweets της Καναδής υπουργού Εξωτερικών Κρίστια Φρίλαντ τον Αύγουστο, με τα οποία κατήγγειλε τις συλλήψεις των ακτιβιστριών, αποτέλεσαν την αρχή μιας διπλωματικής διαμάχης μεταξύ της χώρας της και της Σαουδικής Αραβίας. 
Η κρίση μεταξύ των δύο χωρών συνεχίζεται με την ανάκληση των πρεσβευτών τους, το πάγωμα του διμερούς εμπορίου και την αναστολή των απευθείας πτήσεων μεταξύ του Ριάντ και του Καναδά μεταξύ άλλων.

Ωστόσο εκτός από τις σπάνιες περιπτώσεις όπως αυτής του Καναδά και της Σουηδίας το 2015, οι χώρες της Δύσης κάνουν τα στραβά μάτια, αγνοώντας τις καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τη Σαουδική Αραβία και μην ξεχνώντας να προβάλουν τις μεταρρυθμίσεις και τον προοδευτισμό του Μοάμεντ μπιν Σάλμαν.

Ο λόγος μάλλον βρίσκεται σε δύο στοιχεία:

Οι εισαγωγές στρατιωτικού εξοπλισμού έχουν αυξηθεί την περίοδο 2013- 2017 στις χώρες της Μέσης Ανατολής, με τη Σαουδική Αραβία να βρίσκεται πρώτη στον κατάλογο των εισαγωγέων όπλων παγκοσμίως.  Βασική πηγή των όπλων του Ριάντ; Φυσικά οι ΗΠΑ, σε ποσοστό 61%, με τη Βρετανία να ακολουθεί, με ποσοστό 23%.

Επιπλέον, η Σαουδική Αραβία διαθέτει τα δεύτερα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, τα οποία εκτιμώνται στα 268 δισεκατομμύρια βαρέλια.
Έτσι με την ανοχή, αν όχι στήριξη, της Δύσης το Ριάντ πρόκειται να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις βιτρίνας, συνεχίζοντας να έχει ένα από τα χειρότερα ρεκόρ στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων.