του Γιάννη Μακριδάκη

Σε αυτή την δεινή θέση η ανθρωπότητα περιήλθε πολύ γρήγορα, με πορεία ραγδαία εκφυλιστική μέσα στον ιστορικό χρόνο, από την βιομηχανική επανάσταση και μετά, δηλαδή κατά την ιστορική εποχή, εντός της οποίας, εξ ανάγκης διαχείρισης και νομής του «πλούτου» γεννήθηκαν όλο το φάσμα των σύγχρονων πολιτικών ρευμάτων.

 
Ενώ όμως κάποτε ήταν αδιαμφισβήτητο ότι Πλούτος είναι η επάρκεια φυσικών πόρων, ο σύγχρονος άνθρωπος-καταναλωτής πλανεύτηκε και αυτοπαγιδεύτηκε κατά την διάρκεια αυτής της εκφυλιστικής προς τον εγκλωβισμό πορείας του και πείσθηκε εν τέλει ότι πλούτος είναι τα κουπόνια του χρηματοοικονομικού του συστήματος, τα οποία ανταλλάσσει με τους άλλους καταναλωτές, μετέχοντας όλοι μαζί σε ένα καθημερινό σκληρό και απάνθρωπο παίγνιο απόκτησης και κυκλοφορίας τους, και ανατροφοδοτώντας συνεχώς με αυτόν τον τρόπο το χρηματοοικονομικό σύστημα, που ολοένα γιγαντώνεται και έχει πλέον ορατό στόχο να υποκαταστήσει το οικοσύστημα, αλλοιώνοντάς το, μεταλλάσσοντάς το, απομυζώντας το και καταστρέφοντάς το με ρύπους και με μόλυνση, αντικαθιστώντας τα φυσικά πλάσματα με γενετικά τροποποιημένα και τους ανθρώπους με αριθμούς.
 
Άμεση συνέπεια αυτής της απαξίωσης του Πλούτου ήταν και η παραποίηση των εννοιών του «κέρδους» και της «ανάπτυξης». Το ότι οι έννοιες «κέρδος» και «ανάπτυξη», όπως ορίζονται στο χρηματοοικονομικό σύστημα πολύ απλά δεν υφίστανται, είναι πλέον γνωστό στην ανθρωπότητα μέσα από την μη χειραγωγούμενη, μη συστημική επιστημονική έρευνα και μελέτη του Χάους αλλά και  από την φιλοσοφία. Διότι όχι μόνο πολύ απλά δεν υπάρχει σε κανέναν τομέα της ζωής κέρδος δίχως ζημία ταυτόχρονη, αλλά πλέον δεν υπάρχει ούτε καν βραχυπρόθεσμο κέρδος με έστω μακροπρόθεσμα εμφανισθείσα ζημία, ή κέρδος συμφερότερο από την ζημία που προκαλεί. Όλα είναι «ίσα βάρκα – ίσα νερά» αφού κάθε κίνηση για δημιουργία συνθηκών κερδοφορίας εντός συστήματος, ή κάθε επίδοξη διορθωτική κίνηση ζημίας προξενεί τεράστια καταστροφή στο περιβάλλον την ανθρωπότητα οικοσύστημα, άρα εν τέλει και στο ίδιο το σύστημα, που είναι υποσύνολο του οικοσυστήματος και ενσαρκώνεται από όντα κατά βάσιν φυσικά. Ομοίως δεν υφίσταται καν η έννοια «ανάπτυξη», η ορισθείσα ως μεγέθυνση, διότι αφενός προϋποθέτει την απερίσκεπτη απομύζηση των φυσικών πόρων και άρα ο γίγαντας που «αναπτύσσεται» έχει ολοένα πιο ατροφικά ποδάρια, αφετέρου δε στηρίζεται στην ανόητα αυτοκτονική καθημερινή συμπεριφορά των «αναπτυσσόμενων» μελών της ανθρωπότητας, συμπεριφορά η οποία βέβαια αποβαίνει εδώ και χρόνια δολοφονική για τα άλλα έμβια όντα, με ό,τι σημαίνει αυτό και για την ποιότητα ζωής των ιδίων των ανθρώπων αλλά και για το μέλλον τους επί του πλανήτη.
 
Γύρω από αυτές όμως τις ουσιαστικά ανυπόστατες συστημικές έννοιες, το κέρδος και την ανάπτυξη, περιφέρονται ακόμη, ύστερα από τόσα χρόνια, τόσα αδιέξοδα και τόσο άδικο αίμα, όλες οι εφαρμοσμένες σύγχρονες πολιτικές ιδεολογίες, με τις μεν «δεξιές», που πρεσβεύουν την ιδιοτέλεια, την ιδιωτικοποίηση, τον ατομισμό να φαντάζουν πρωτόγονες και να είναι τελείως ανήθικες και ανάξιες σχολιασμού, και τις δε αριστερές, να φαντάζουν πλέον από υποκριτικές μέχρι αδύναμες να κατανοήσουν και να νιώσουν την ουσία του προβλήματος, διότι ως τέκνα του συστήματος δεν μπορούν να διαφύγουν από τα όρια και τους όρους του και να ξανοιχθούν στην απεραντοσύνη του οικοσυστήματος.
 
Ένα παράδειγμα:
 
Το νερό. Είναι φυσικός πόρος, για τον οποίον η ανθρωπότητα έχει από καιρό αντιληφθεί ότι ισχύει ο κύκλος: εξάτμηση από τη θάλασσα, σύννεφο στα βουνά και στα δάση, βροχή, ποτάμια, υδροφόρος ορίζοντας, θάλασσα. Η σύγχρονη καταναλωτική ανθρωπότητα έχει μάθει όμως πλέον να λέει ότι το νερό πάει χαμένο όταν βλέπουν ποτάμια να τρέχουν κατά τη θάλασσα. Έχουν πεισθεί δηλαδή ότι όσο νερό δεν φθάνει στα καζανάκια και στους νεροχύτες των ανθρώπων, όσο δεν γίνεται προϊόν εκμετάλλευσης και χρήσης από τον άνθρωπο, δεν έχει κανέναν άλλο ρόλο, πάει χαμένο. Το ότι πρέπει φυσικά να κλείσει ο κύκλος, για να μπορέσει να ξανανοίξει, δεν υφίσταται πλέον στην σκέψη μας ως καταναλωτές. Πόσω μάλλον ότι το νερό ανήκει και σε άλλα πλάσματα που και αυτά πρέπει να έχουν πρόσβαση σ’ αυτό για να μπορούν να ζήσουν. Αυτά είναι πλέον ψιλά γράμματα για τον σύγχρονο άνθρωπο- καταναλωτή και φυσικά τα ψιλά γράμματα δεν μπορούν να ενταχθούν στο εδραιωμένο πολιτικοιδεολογικό φάσμα, το οποίο φυσικά εκφράζει σε κάθε ιστορική στιγμή την επικρατούσα ποιότητα σκέψης, ήθους και συναισθηματικής νοημοσύνης του γένους των ανθρώπων.
 
Εξ ου λοιπόν και οι μεν φιλελεύθεροι μιλούν ανόητα και ανήθικα, μετονομάζοντας κυνικά και βλακωδώς το νερό ως εμπόρευμα, στο οποίο πρέπει να έχουν πρόσβαση μόνον όσοι μπορούν να το πληρώνουν με χρήμα, οι δε της συστημικής αριστεράς μιλούν για το νερό ως «κοινωνικό αγαθό», και νοιάζονται, όπως ακριβώς λένε, να έχουν όλοι οι άνθρωποι πρόσβαση σε φθηνό και άφθονο νερό. Λογική που μπορεί επιεικώς να χαρακτηριστεί ως αφελής και ελλειπής, προσαρμοσμένη στον ουμανισμό (που εκφυλλίστηκε, παραποιήθηκε και μετατράπηκε μετά την βιομηχανική επανάσταση σε ατομισμό), αφού το νερό δεν είναι φυσικά ούτε άφθονο, ούτε «κοινωνικό αγαθό», αλλά όπως όλοι οι φυσικοί πόροι είναι κι αυτό ένα πεπερασμένο αρχέγονο αγαθό κοινοκτημοσύνης όλων των φυσικών πλασμάτων και κανένα δικαίωμα απόλυτης διαχείρισης δεν έχει επ’ αυτού ο άνθρωπος, πόσω μάλλον ο απερίσκεπτος ελαφράς συνείδησης και νοητικής δυνατότητας σύγχρονος συστημικός καταναλωτής.
 
Είναι λοιπόν οι φυσικοί πόροι ο Πλούτος και αποτελούν αρχέγονα αγαθά κοινοκτημοσύνης όλων των έμβιων όντων που συναποτελούν αδιάρρηκτα με τον άνθρωπο το οικοσύστημα, και αυτή ακριβώς η θεώρηση πρέπει να αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της νέας πολιτικής κινηματικής ιδεολογίας, η οποία φυσικά θα είναι οικουμενική και όχι πια στενά ανθρωπιστική, και με την οποία οφείλουμε, ως μη ανήθικοι εγκλωβισμένοι του καπιταλιστικού συστήματος που καταρρέει, να εισέλθουμε στην μετακαταναλωτική, μετακαπιταλιστική εποχή της ανθρωπότητας και να προσεγγίσουμε επιτέλους ευφυώς διανοητικά και συναισθηματικά την καθημερινή προσωπική μας ζωή αλλά και την προοπτική της ύπαρξή μας ως ανθρωπότητα επί του πλανήτη.