ANALYSIS

Το πολιτικό τοπίο λίγες μέρες πριν τον 1ο γύρο των προεδρικών εκλογών

«Η γαλλική προεκλογική καμπάνια μπαίνει στην τελική ευθεία και συνεχίζεται με αμείωτο ενδιαφέρον. Έξι μέρες πριν από τον πρώτο γύρο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το ζευγάρι των διεκδικητών του δεύτερου γύρου, πράγμα πρωτόγνωρο για την πολιτική ιστορία της χώρας. Θεαματική δημοσκοπική άνοδος της υποψηφιότητας του Μελανσόν, που θυμίζει αυτή του ΣΥΡΙΖΑ του 2012. Το φαινόμενο Μακρόν συνεχίζεται.» Γράφει ο Νίκος Σμυρναίος*, καθηγητής στο Τμήμα Ψηφιακών Μέσων του Πανεπιστημίου της Τουλούζης.

Αλλαγή ατζέντας και τέσσερα φαβορί για δύο θέσεις

 
Τέσσερις υποψήφιοι, οι Λεπέν, Μακρόν, Φιγιόν και Μελανσόν, διεκδικούν επί ίσοις όροις την είσοδο τους στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών. Αν και οι δύο πρώτοι φαίνεται να έχουν ένα ελαφρύ προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις, αυτό βρίσκεται μέσα στα όρια του στατιστικού λάθους. Επίσης η δυναμική των Λεπέν και Μακρόν είναι φθίνουσα τις τελευταίες μέρες ενώ τα ποσοστά των Φιγιόν και Μελανσόν ανεβαίνουν.



Αισθητή είναι η αλλαγή ατζέντας στην καμπάνια. Ενώ μέχρι τον Φεβρουάριο στα ΜΜΕ κυριαρχούσε ο ακραία νεοφιλελεύθερος λόγος του Φιγιόν και η ξενόφοβη θεωρία περί σύγκρουσης πολιτισμών της Λεπέν, πλέον το κλίμα έχει αντιστραφεί. Θέματα όπως η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, το οικολογικό αδιέξοδο, οι καταστροφικές συνέπειες της κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου και των πολιτικών λιτότητας που επιβάλλει η Ευρωζώνη στην οικονομία πλέον έχουν μπει στην ατζέντα. Τρεις είναι οι βασικοί λόγοι γι’αυτή την αλλαγή: τα υπό δικαστική διερεύνηση σκάνδαλα που βαραίνουν τους Φιγιόν και Λεπέν • η εμφάνιση στα ΜΜΕ των «μικρών» υποψηφίων• η καταβαράθρωση του Αμόν και του Σοσιαλιστικού κόμματος.

Η κατάρρευση του «ηθικού πλεονεκτήματος» της (ακρο)δεξιάς


Πράγματι το υποτιθέμενο ηθικό πλεονέκτημα των δύο αρχικών φαβορί πάνω στο οποίο είχαν χτίσει την επικοινωνιακή τους στρατηγική έχει πλέον καταρρεύσει μετά από την αποκάλυψη ότι χρησιμοποίησαν δημόσιο χρήμα για ίδιον όφελος. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι υποψηφιότητες τους θα αποτύχουν απαραίτητα. Όμως τα σκάνδαλα έχουν στερήσει από Φιγιόν και Λεπέν τη δυνατότητα να προσελκύσουν από τον πρώτο γύρο ψηφοφόρους που δεν περιλαμβάνονται στο σκληρό πυρήνα των οπαδών τους. Έτσι εξηγείται η ακραία πόλωση που έχει επιλέξει ο Φιγιόν προσπαθώντας να κρατήσει τη βάση των καθολικών υπερσυντηρητικών ψηφοφόρων. Από την άλλη η τακτική της Λεπέν να εμφανίζεται ως « αντισυστημική » υποψήφια έχει υποστεί σημαντικό πλήγμα από το γεγονός ότι η ίδια χρησιμοποιεί την ευρωβουλευτική της ασυλία για να αποφύγει να δώσει εξηγήσεις στη Δικαιοσύνη.

Την ίδια στιγμή, μπαίνοντας στην επίσημη προεκλογική καμπάνια τα ΜΜΕ είναι υποχρεωμένα να δώσουν το λόγο στους έξι «μικρούς» υποψήφιους εκτός των τεσσάρων φαβορί και του σοσιαλιστή Αμόν. Αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι ότι όλοι τους, είτε αριστεροί (οι αντικαπιταλιστές Πουτού και Αρτό), είτε δεξιοί (οι πατριώτες ευρωσκεπτικιστές Λασάλ, Ντουπόν-Ενιάν, Ανσελινό) είτε απροσδιόριστοι (Σεμινάντ), στις δημόσιες τοποθετήσεις τους βάζουν στο στόχαστρο την ΕΕ, τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και το χρηματιστικό κατεστημένο προσπαθώντας να εκφράσουν το λαϊκό αίσθημα. Η συμβολή τους στην αλλαγή ατζέντας είναι σημαντική.

Η κατάρρευση του δικομματισμού


Μην έχοντας τίποτα να χάσουν οι «μικροί» επιτίθενται ανοιχτά στα φαβορί, αρκετές φορές με επιτυχία όπως έκανε ο Φιλίπ Πουτού του αντικαπιταλιστικού κόμματος (NPA) ενάντια στη Λεπέν και στον Φιγιόν την προηγούμενη εβδομάδα. Σε μια πλέον καλτ τηλεοπτική σκηνή ο Πουτού, εργάτης στην αυτοκινητοβιομηχανία, είπε ανοιχτά αυτό που σκέπτονταν όλοι αλλά δεν έλεγε κανείς: ότι οι δύο αυτοί υποψήφιοι δίνουν μαθήματα ηθικής ενώ οι ίδιοι διασπαθίζουν το δημόσιο χρήμα χωρίς ντροπή και ταυτόχρονα απολαμβάνουν την προστασία του «συστήματος» που στηλιτεύουν. 
 

 
Τέλος, ο Μπενουά Αμόν, προδομένος από τον Ολάντ και την δεξιά πλειοψηφία του Σοσιαλιστικού κόμματος η οποία, κρυφά ή φανερά, στηρίζει Μακρόν, έχει εξαφανιστεί από τα δημοσκοπικά ραντάρ (κάτω από το 10%). Έτσι βρισκόμαστε στην πρωτόγνωρη κατάσταση να έχει μεγάλες πιθανότητας απουσίας από το δεύτερο γύρο ο δικομματισμός που κυβερνά τη χώρα τα τελευταία 40 χρόνια.

Η έκπληξη Μελανσόν και η στρατηγική του «αριστερού λαϊκισμού»


Τελικά ο υποψήφιος που δρέπει τα σημαντικότερα οφέλη από την εξέλιξη της καμπάνιας είναι ο Ζαν-Λουκ Μελανσόν. Πριν λίγες εβδομάδες κανείς δεν περίμενε ότι ο Μελανσόν θα διεκδικούσε την είσοδο του στον δεύτερο γύρο και άρα, δυνητικά, την προεδρία της χώρας. Από αυτή την άποψη, οι τελευταίες εβδομάδες στη Γαλλία θυμίζουν έντονα το κλίμα των ελληνικών εκλογών του 2012.
Ο Μελανσόν έχει κάνει πράξη με ιδιαίτερη επιτυχία τη στρατηγική του «αριστερού λαϊκισμού», όπως αυτή θεωρητικοποιήθηκε από τον Ερνέστο Λακλάου και τη Σαντάλ Μουφ και εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στην Ευρώπη από τους Ποδέμος. Δεν αναφέρει πλέον το δίπολο Αριστερά/Δεξιά παρά μόνο την αντίθεση ελίτ/λαού ή ολιγαρχίας/πλειοψηφίας. Καλεί τους ψηφοφόρους να διώξουν την κυρίαρχη « κάστα» και όχι « τάξη» (dégagisme) ψηφίζοντας τον ίδιο ο οποίος προσωποποιεί κατά κάποιο τρόπο το αίτημα για ρηξικέλευθη αλλαγή του πολιτικού και οικονομικού τοπίου.

Η επικοινωνιακή στρατηγική του αριστερού υποψήφιου χρησιμοποίησε με μεγάλη επιτυχία το διαδίκτυο ούτως ώστε να επιβάλει την ατζέντα του στα κυρίαρχα ΜΜΕ. Μέσω κυρίως του Youtube η ομάδα που πλαισιώνει τον Μελανσόν κατάφερε να δημιουργήσει ένα κανάλι αδιαμεσολάβητης επαφής μεταξύ του κοινού και του υποψήφιου με την πληθωρική προσωπικότητα. Με 300.000 subscribers είναι το πιο δημοφιλές κανάλι πολιτικού στον κόσμο.


 
Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα το δημοφιλές ηλεκτρονικό παιχνίδι που έφτιαξε η ομάδα του στο οποίο ο Μελανσόν εμφανίζεται ως σούπερ ήρωας να κατατροπώνει τους πολιτικούς του αντιπάλους και τους κεφαλαιοκράτες.



Στην ίδια λογική το κίνημα France Insoumise (Ανυπότακτη Γαλλία) που στηρίζει την υποψηφιότητα του Μελανσόν είναι προσωποπαγές, δεν έχει οργανωτική δομή παραδοσιακού κόμματος και δεν χρησιμοποιεί τα σύμβολα της αριστεράς. Για παράδειγμα, σε αντίθεση με το 2012, στις προεκλογικές συγκεντρώσεις του Μελανσόν οι γαλλικές σημαίες έχουν αντικαταστήσει τις κόκκινες και ο εθνικός ύμνος τη Διεθνή.

Η σοσιαλδημοκρατική στροφή και οι παγίδες


Σε γενικές γραμμές το πρόγραμμα του Μελανσόν παραμένει προοδευτικό με ιδιαίτερη έμφαση στην αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος μέσω Συνταγματικής αναθεώρησης, στην εξισορρόπηση των κοινωνικών ανισοτήτων μέσω φορολογικής μεταρρύθμισης και στην οικολογική μετάβαση της οικονομίας. Ωστόσο, αρκετές ρηξικέλευθες προτάσεις του 2012 έχουν αμβλυνθεί πολύ φέρνοντας τον Μελανσόν πιο κοντά στην παραδοσιακή Σοσιαλδημοκρατία από ό,τι στην ριζοσπαστική αριστερά. Ταυτόχρονα ο λόγος του έχει μπολιαστεί με στοιχεία πατριωτισμού και έχει στρογγυλέψει αρκετά με στόχο την αποδοχή του από μέρος των κυρίαρχων ΜΜΕ.

Μέσω αυτής της στρατηγικής ο Μελανσόν έχει καταφέρει να κερδίσει πόντους μεταξύ των νέων, των μισθωτών και εργατών αλλά και των απολίτικων που αποφασίζουν για την ψήφο τους με όρους ηθικής. Σε αυτά τα στρώματα ο Μελανσόν ανταγωνίζεται, με σχετική επιτυχία, την Λεπέν. Ταυτόχρονα, περνώντας μπροστά από τον Αμόν, κατάφερε να κερδίσει το αντανακλαστικό της «χρήσιμης ψήφου» που διακατέχει μεγάλο μέρος του προοδευτικού ακροατηρίου καθώς είναι πλέον ο μόνος αριστερός υποψήφιος με πιθανότητες να περάσει στο δεύτερο γύρο.

Αυτή η εξέλιξη φαίνεται να έπιασε προ εκπλήξεως τα συστημικά κέντρα εξουσίας και τους δημοσιογράφους που πρόσκεινται σε αυτά οι οποίοι αρχικά δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα μαζί του. Έτσι τις τελευταίες μέρες ο Μελανσόν δέχεται συνεχείς επιθέσεις από τα κυρίαρχα ΜΜΕ που τον παρουσιάζουν ως σταλινικό εν δυνάμει δικτάτορα που θέλει να κάνει τη Γαλλία Βενεζουέλα ή Κούβα, να διαλύσει την οικονομία, να αυξήσει τους φόρους και να συμμαχήσει με τον Πούτιν. Επιχειρήματα που θυμίζουν την επίθεση ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα το 2012 και που προδίδουν ένα σχετικό πανικό.

Η πολιτική επανατοποθέτηση του Μελανσόν όμως τον εκθέτει ταυτόχρονα στους ίδιους κινδύνους που έφεραν τον ΣΥΡΙΖΑ στη σημερινή κατάσταση. Πολλές γενικόλογες προτάσεις όπως η Συνταγματική αναθεώρηση και η επαναδιαπραγμάτευση των ευρωπαϊκών Συνθηκών αφήνουν σημαντικά περιθώρια για ελιγμούς ακόμη και υπαναχωρήσεις. Η έλλειψη τεχνοκρατικού δυναμικού κάνει δύσκολο έως αδύνατο τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού από τις δυνάμεις που πρόσκεινται στον Μελανσόν ακόμη και σε περίπτωση νίκης του. Η έλλειψη κομματικής δομής και δημοκρατικών διαδικασιών ανοίγει την πόρτα σε προσωποπαγείς επιλογές και αντιδημοκρατικές πρακτικές των άμεσων συνεργατών του υποψήφιου. Επίσης η στρατηγική του Μελανσόν για τις βουλευτικές εκλογές είναι προς το παρόν άγνωστη. Όλα αυτά θα μπουν στο τραπέζι μετά το πέρας της καμπάνιας στην (πιθανότερη) περίπτωση που ο Μελανσόν δεν περάσει στον δεύτερο γύρο αλλά κυρίως στην περίπτωση που τα καταφέρει. Όποιο κι αν είναι το σενάριο όμως ο ίδιος και το κίνημα του θα παίξει κεντρικό ρόλο στην αναδιάρθρωση της γαλλικής αριστεράς.



Μακρόν, ο σπασμός του συστήματος


Τελικά η καλύτερη εφεδρεία του συστήματος ενάντια στον «αριστερό λαϊκισμό» του Μελανσόν και τον «δεξιό λαϊκισμό» της Λεπεν είναι ο «κενός λαϊκισμός» του Μακρόν. Ο υποψήφιος του ακραίου κέντρου δεν λέει τίποτα συγκεκριμένο, ή μάλλον λέει τόσα αντικρουόμενα πράγματα που κανείς δεν ξέρει ποια ακριβώς από αυτά πιστεύει. Τα βασικά του πλεονεκτήματα είναι το νεαρό της ηλικίας του και η φωτογένεια του. Κατά τα άλλα η υποψηφιότητα του εξελίσσεται σαν start-up, εφαρμόζοντας όλες τις συνταγές του μάρκετινγκ και της διαφήμισης. Ο ίδιος ο υποψήφιος διαβάζει κείμενα που άλλοι έχουν γράψει για αυτόν, πολλές φορές χωρίς να καταλαβαίνει τι ακριβώς λέει, και επαναλαμβάνει σλόγκαν και τσιτάτα υψηλής αερολογίας. Παρ' όλα αυτά, ή μάλλον ακριβώς για αυτά, διατηρεί το υψηλό ποσοστό του και άρα την πιθανότητα να γίνει πρόεδρος της Γαλλίας.

Όπως εξηγεί ο Φρεντερίκ Λορντόν σε ένα επικό άρθρο στη Monde diplomatique, η υποψηφιότητα Μακρόν είναι ο σπασμός ενός συστήματος που πνέει τα λοίσθια. Ο υποψήφιος χωρίς κόμμα ούτε πρόγραμμα, που δεν έχει εκτεθεί ποτέ πριν στην ψήφο των πολιτών, με μόνη εμπειρία το επάγγελμα του τραπεζίτη και του υπουργού, εκφράζει όλη την αγωνία της ολιγαρχίας να σωθεί δημιουργώντας ένα άβαταρ το οποίο περικλείει όλη την κυρίαρχη ιδεολογία της «κεντροδεξιάς» και της «κεντροαριστεράς» σε μια μοναδική συσκευασία. Το αν το τέχνασμα πετύχει, θα το γνωρίζουμε σε λίγες μέρες.
 

Νίκος Σμυρναίος διδάσκει στο Τμήμα Ψηφιακών Μέσων του Πανεπιστημίου της Τουλούζης. Αντικείμενο της δουλειάς του είναι η κριτική προσέγγιση των ΜΜΕ, της δημοσιογραφίας και του διαδικτύου μέσα από το πρίσμα της πολιτικής οικονομίας και της κοινωνιολογίας. Αρθρογραφεί στο προσωπικό του blog ephemeron.eu