Πολυνομοσχέδιο

Άρθρο 28

Άρθρο 28 Ανταποδοτική σύνταξη

1. Οι ασφαλισμένοι κύριας ασφάλισης του κεφαλαίου αυτού, οι οποίοι θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, δικαιούνται ανταποδοτικό μέρος σύνταξης, που προκύπτει με βάση τις συντάξιμες αποδοχές όπως ορίζονται στο άρθρο αυτό, το χρόνο ασφάλισης, όπως ορίζεται στο άρθρο 34 του παρόντος, και τα κατ’ έτος ποσοστά αναπλήρωσης υπολογιζόμενα επί των συντάξιμων αποδοχών του πίνακα της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του παρόντος  [Σχόλιο: Το άρθρο 8 διαφέρει σε ελάχιστα σημεία από το άρθρο 28 του νομοσχεδίου. Ένα από αυτα είναι και ο αναλυτικό πίνακας των ποσοστών αναπλήρωσης που θα βρείτε εκεί] , σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις των επόμενων παραγράφων.

2. Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους σύνταξης κύριας ασφάλισης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου λαμβάνονται υπόψη:

α. για τους μισθωτούς, ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών δια του συνολικού χρόνου ασφάλισής του. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, προσαυξαυνόμενες κατά την ετήσια μεταβολή μισθών, όπως προσδιορίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή.

β. για τους αυτοαπασχολούμενους, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους ασφαλισμένους του άρθρου 40 του παρόντος, το εισόδημα, το οποίο υπόκειται σε εισφορές σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 40 του παρόντος, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου. Για το διάστημα μέχρι την θέση σε ισχύ του νόμου αυτού εισόδημα νοείται το ποσό που θα αποτελούσε το ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που πράγματι καταβλήθηκε για έκαστο μήνα ασφάλισης, συνυπολογιζομένων, με αναγωγή κατά κεφαλήν, τυχόν υφισταμένων κατά το διάστημα αυτό κοινωνικών πόρων υπέρ των αντίστοιχων ταμείων. Στο ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς που πράγματι καταβλήθηκε για έκαστο ασφαλισμένο συνυπολογίζεται, όπου υπήρχε, και η ασφαλιστική εισφορά που έχει καταβληθεί από τον εργοδότη. Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος προσαυξαυνόμενες κατά την ετήσια μεταβολή μισθών, όπως προσδιορίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή.  [Σχόλιο: Με νομοτεχνική βελτίωση στις 5 Μαϊου προστέθηκε εδάφιο ως εξής: Στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης, για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του ν. 612/77 είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές και ισχύουν κάθε φορά είτε με βάση τις διατάξεις του ν. 2084/1992, ως συντάξιμες αποδοχές, επί των οποίων θα υπολογιστεί το ποσοστό αναπλήρωσης των 35 ετών, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τη διάρκεια ασφάλισής του] 

γ. για τους ασφαλισμένους για τους οποίους, από την 1.1.2017 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 του παρόντος, καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά εργοδότη και ασφαλισμένου, αλλά έως την έναρξη ισχύος του παρόντος κατέβαλλαν ασφαλιστική εισφορά με ασφαλιστικές κατηγορίες, ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης ορίζεται το ποσό που αντιστοιχεί στο ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα, αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που πράγματι καταβλήθηκε για έκαστο μήνα ασφάλισης.

δ. για το χρόνο ασφάλισης που αναγνωρίζεται πλασματικά, κατόπιν καταβολής του προβλεπόμενου ποσού εξαγοράς ως συντάξιμες αποδοχές ορίζεται το ποσό που θα αποτελούσε τον ασφαλιστέο μηνιαίο μισθό-εισόδημα αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που καταβλήθηκε για την εξαγορά έκαστου μήνα ασφάλισης. Οι  πλασματικοί χρόνοι που αναγνωρίστηκαν χωρίς εξαγορά δεν συνυπολογίζονται για τον υπολογισμό του ποσού της ανταποδοτικής σύνταξης.

3. Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους των αιτήσεων συνταξιοδότησης που θα κατατεθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και εντός του έτους 2016 ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνονται υπόψη ο μέσος μηνιαίος μισθός – εισόδημα κατά τις ειδικότερες λοιπές προβλέψεις του παρόντος άρθρου που προκύπτει από το ασφαλιστικό έτος 2002 και έως την υποβολή της αίτησης   [Σχόλιο: Εδώ το άρθρο 28 αντικρούει στο άρθρο 8, που αναφέρει ότι καταλητική ημερομηνία δεν είναι η υποβολή της αίτησης αλλά η ημερομηνία έναρξης καταβολής της σύνταξης] . Εφεξής ετησίως η περίοδος αυτή αναφοράς αυξάνεται κατά ένα έτος.

4. Καταργούνται εφεξής και δεν εφαρμόζονται επί των αιτήσεων συνταξιοδότησης που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, οι διατάξεις: αρ. 29 παρ. 14 α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α’), όπως προστέθηκε με το αρ. 5 παρ. 6 ν. 825/1978 και αντικαταστάθηκε με το αρ. 29 παρ. 3 ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α’), αρ. 29 παρ. 3 ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α’), αρ. 64 ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α’), αρ. 31 παρ. 2 ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α’), αρ. 5 παρ. 11 α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α’), αρ. 23 εδάφιο πέμπτο π.δ. 913/1978 (ΦΕΚ 220 Α’), αρ. 44 παρ. 4 π.δ. 284/1974 (ΦΕΚ 101 Α’), αρ. 5 παρ. 4 Υ.Α. Β2/54/3/236/76/οικ.695/1977 (ΦΕΚ 329 Β’), αρ. 46 παρ. 8α Β.Δ. 29/5/25.6.58 (ΦΕΚ 96 Α’), αρ. 17 παρ. 2 π.δ. 419/1983 (ΦΕΚ 154 Α’), αρ. 17 π.δ. 419/1980 (ΦΕΚ 11 Α’), αρ. 20 Υ.Α. 17481/1933 Α.Υ.Ε.Ο. (ΦΕΚ 77/1933), αρ. 18 παρ. 1 περ. ε’ Υ.Α. 31720/Σ.503/10.12.62 (ΦΕΚ 503 Β’), Υ.Α. Φ.43/οικ.1135/1988 (ΦΕΚ 404 Β’), αρ. 1 π.δ. 460/1989 σε συνδυασμό με το αρ. 7 παρ. 1 ν. 982/1979 (ΦΕΚ 239 Α’), Υ.Α. Φ.41/241/1996 (ΦΕΚ 228 Β’), αρ. 16 παρ. 2 ν. 3232/2004 (ΦΕΚ 48 Α’) σε συνδυασμό με το αρ. 3 παρ. 4 ν. 3029/2002 (ΦΕΚ 160 Α’), αρ. 24 παρ. 2 π.δ. 258/2005 (ΦΕΚ 316 Α’), αρ. 9 π.δ. 116/1988 (ΦΕΚ 48 Α’), αρ. 6 π.δ. 5/1955, άρθρα 97 και 110 π.δ. 668/1981 (ΦΕΚ 167 Α’), αρ. 1 π.δ. 418/1985 (ΦΕΚ 169 Α’), αρ. 14 Υ.Α. Φ.29/1455/1977 (ΦΕΚ 1028 Β’), αρ. 3 παρ. 3 ν. 3863/2010 (ΦΕΚ 115 Α’).  [Σχόλιο: Μέχρι και... βασιλικά διατάγματα καταργούνται ανάμεσα στα περίπου 20 άρθρα προηγούμενης νομοθεσίας που καταργούνται σε αυτήνν την παράγραφο. Τα περισσότερα αφορούν προστατευτικές διατάξεις για τις αναπηρικές συντάξεις, κάτι πολύ σημαντικό δεδομένου ότι αργότερα μέσα στο έτος θα τεθούν οριστικοί κανόνες για αυτό το ζήτημα] .

5. Κάθε διάταξη αντίθετη διάταξη καταργείται.
Άρθρο 28 Ανταποδοτική σύνταξη

1. Οι ασφαλισμένοι κύριας ασφάλισης του κεφαλαίου αυτού, οι οποίοι θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, δικαιούνται ανταποδοτικό μέρος σύνταξης, που προκύπτει με βάση τις συντάξιμες αποδοχές όπως ορίζονται στο άρθρο αυτό, το χρόνο ασφάλισης, όπως ορίζεται στο άρθρο 34 του παρόντος, και τα κατ’ έτος ποσοστά αναπλήρωσης υπολογιζόμενα επί των συντάξιμων αποδοχών του πίνακα της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του παρόντος . Εφεξής ετησίως η περίοδος αυτή αναφοράς αυξάνεται κατά ένα έτος.

4. Καταργούνται εφεξής και δεν εφαρμόζονται επί των αιτήσεων συνταξιοδότησης που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, οι διατάξεις: αρ. 29 παρ. 14 α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α’), όπως προστέθηκε με το αρ. 5 παρ. 6 ν. 825/1978 και αντικαταστάθηκε με το αρ. 29 παρ. 3 ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α’), αρ. 29 παρ. 3 ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α’), αρ. 64 ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α’), αρ. 31 παρ. 2 ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α’), αρ. 5 παρ. 11 α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α’), αρ. 23 εδάφιο πέμπτο π.δ. 913/1978 (ΦΕΚ 220 Α’), αρ. 44 παρ. 4 π.δ. 284/1974 (ΦΕΚ 101 Α’), αρ. 5 παρ. 4 Υ.Α. Β2/54/3/236/76/οικ.695/1977 (ΦΕΚ 329 Β’), αρ. 46 παρ. 8α Β.Δ. 29/5/25.6.58 (ΦΕΚ 96 Α’), αρ. 17 παρ. 2 π.δ. 419/1983 (ΦΕΚ 154 Α’), αρ. 17 π.δ. 419/1980 (ΦΕΚ 11 Α’), αρ. 20 Υ.Α. 17481/1933 Α.Υ.Ε.Ο. (ΦΕΚ 77/1933), αρ. 18 παρ. 1 περ. ε’ Υ.Α. 31720/Σ.503/10.12.62 (ΦΕΚ 503 Β’), Υ.Α. Φ.43/οικ.1135/1988 (ΦΕΚ 404 Β’), αρ. 1 π.δ. 460/1989 σε συνδυασμό με το αρ. 7 παρ. 1 ν. 982/1979 (ΦΕΚ 239 Α’), Υ.Α. Φ.41/241/1996 (ΦΕΚ 228 Β’), αρ. 16 παρ. 2 ν. 3232/2004 (ΦΕΚ 48 Α’) σε συνδυασμό με το αρ. 3 παρ. 4 ν. 3029/2002 (ΦΕΚ 160 Α’), αρ. 24 παρ. 2 π.δ. 258/2005 (ΦΕΚ 316 Α’), αρ. 9 π.δ. 116/1988 (ΦΕΚ 48 Α’), αρ. 6 π.δ. 5/1955, άρθρα 97 και 110 π.δ. 668/1981 (ΦΕΚ 167 Α’), αρ. 1 π.δ. 418/1985 (ΦΕΚ 169 Α’), αρ. 14 Υ.Α. Φ.29/1455/1977 (ΦΕΚ 1028 Β’), αρ. 3 παρ. 3 ν. 3863/2010 (ΦΕΚ 115 Α’). .

5. Κάθε διάταξη αντίθετη διάταξη καταργείται.

Άρθρο 28

Ανταποδοτική σύνταξη Με τις διατάξεις του άρθρου 28 ρυθμίζεται το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης για τους ασφαλισμένους του Κεφαλαίου Γ’, το οποίο χορηγείται, εφόσον ο ασφαλισμένος κύριας ασφάλισης θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου. Το ποσό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης υπολογίζεται βάσει των συντάξιμων αποδοχών και του χρόνου ασφάλισης του ασφαλισμένου, σύμφωνα με το άρθρο 34 του παρόντος νόμου, καθώς και βάσει των ποσοστών αναπλήρωσης του πίνακα της παραγράφου 4 του άρθρου 8.

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης καθορίζεται κατά δίκαιο και όμοιο με αυτόν του Κεφαλαίου Β’ τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη το εισόδημα των ασφαλισμένου καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η παρούσα ρύθμιση εξασφαλίζει το σύνδεσμο μεταξύ εισφορών, παροχών και εισοδήματος και, συνακόλουθα, εγγυάται την ισότιμη αντιμετώπιση των 46 ασφαλισμένων βάσει των αρχών της ισονομίας και της ανταποδοτικότητας, χωρίς ευμενή μεταχείριση ειδικών κατηγοριών.

Οι συντάξιμες αποδοχές καθορίζονται ανάλογα με την κατηγορία, στην οποία ανήκει ο ασφαλισμένος. Ειδικότερα, ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους σύνταξης κύριας ασφάλισης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου λαμβάνονται υπόψη:

α. για τους μισθωτούς, ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών δια του συνολικού χρόνου ασφάλισής του. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, πλην του τελευταίου έτους ή τμήματος έτους, κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση συνταξιοδότησης, προσαυξαυνόμενες κατά την ετήσια μεταβολή μισθών, η οποία και υπολογίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή.

β. για τους αυτοαπασχολούμενους, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αγρότες, το εισόδημα, το οποίο υπόκειται σε εισφορές σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 40 του παρόντος, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου. Για το διάστημα μέχρι την θέση σε ισχύ του νόμου αυτού εισόδημα νοείται το ποσό που θα αποτελούσε το ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που καταβλήθηκε για την εξαγορά έκαστου μήνα ασφάλισης. Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, πλην του τελευταίου έτους ή τμήματος έτους, κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση συνταξιοδότησης.

γ. για το χρόνο ασφάλισης που αναγνωρίζεται πλασματικά, κατόπιν καταβολής του προβλεπόμενου ποσού εξαγοράς ως συντάξιμες αποδοχές ορίζεται το ποσό που θα αποτελούσε τον ασφαλιστέο μηνιαίο μισθό-εισόδημα αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που καταβλήθηκε για την εξαγορά έκαστου μήνα ασφάλισης. Οι 47 πλασματικοί χρόνοι που αναγνωρίστηκαν χωρίς εξαγορά δεν συνυπολογίζονται για τον υπολογισμό του ποσού της ανταποδοτικής σύνταξης.

Λόγω αντικειμενικής αδυναμίας, που οφείλεται στην έλλειψη στοιχείων των ασφαλιστικών ταμείων ως προς τις αποδοχές ή τα εισοδήματα των ασφαλισμένων καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού τους βίου, ο υπολογισμός των συντάξιμων αποδοχών, για αιτήσεις συνταξιοδότησης που κατατίθενται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και εντός του έτους 2016, γίνεται βάσει του μέσου μηνιαίου εισοδήματος ή αποδοχών με έτος βάσης το 2002. Εφεξής, ετησίως η περίοδος αυτή αναφοράς αυξάνεται κατ’ ένα έτος.

Καταργούνται τα εξής

  • Το κατώτατον όριον των υπό του ΙΚΑ καταβαλλομένων συντάξεων είναι ίσον, προκειμένου μεν περί συντάξεων λόγω γήρατος και αναπηρίας, προς το εκάστοτε σύνολο 15 κατωτάτων ημερομισθίων ανειδικεύτου εργάτου, προκειμένου δε περί συντάξεων λόγω θανάτου, προς το εκάστοτε σύνολον 13,5 κατωτάτων ημερομισθίων ανειδικεύτου εργάτου, μειούμενον εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις κατά το ποσοστόν καθ` ο ο συνταξιούχοςλαμβάνει μειωμένην σύνταξιν.
  •  Η κατά τα ανώτερω μείωσις του κατωτάτου ορίου δεν ισχύει δια συνταξιούχους εξ οιασδήποτε αιτίας ως και δια τυχόντος βοηθήματος τύπου συντάξεως, από της1ης Ιανουαρίου του έτους, του επομένου εκείνου εντός του οποίου συνεπλήρωσαν το 68ον έτος της ηλικίας των.
  • Το άθροισμα σύνταξης λόγω αναπηρίας δεν μπορεί να υπολείπεται να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί σε δεκαπέντε (15) ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη, όπως καθορίζονται από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του 2015 (αρ. 3 παρ. 3 ν. 3863/2010 (ΦΕΚ 115 Α’).
  • Προσαύξηση 50% σε ποσά σύνταξης λόγων αναπηρίας που καταβάλλονται από τον ΟΑΕΕ εφόσον ο ανάπηρος βρίσκεται σε κατάσταση που απαιτεί συνεχή επίβλεψη (αρ. 9 π.δ. 116/1988 (ΦΕΚ 48 Α’)
  • Το κατώτατο ποσό της χορηγούμενης από το ΙΚΑ και τα Ειδικά Ταμεία Κύριας Ασφάλισης μηνιαίας σύνταξης γήρατος, αναπηρίας και εργατικού ατυχήματος ορίζεται ίσο με το 70% του κατώτατου μισθού εγγάμου με πλήρη απασχόληση, όπως; Ο μισθός αυτός καθορίζεται από την ΕΓΣΣΕ του έτους 2002 (αρ. 3 παρ. 4 ν. 3029/2002)
  • Επί καταστάσεως απόλυτου αναπηρίας το κατώτατον όριον προσαυξάνεται κατά 15%. (αρ. 5 παρ. 6 ν. 825/1978)
  • Το ποσό  της  σύνταξης λόγω  αναπηρίας  δεν  μπορεί  να  είναι μικρότερο από το ποσό που αντιστοιχεί σε 25 έτη ασφάλισης.(αρ. 17 παρ. 2 π.δ. 419/1983)
  • Ουδεμία σύνταξις δύναται να είναι κατωτέρα των υπό του Ι.Κ.Α. καταβαλλομένων λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου κατωτάτων ορίων συντάξεων. (αρ. 5 παρ. 4 Υ.Α. Β2/54/3/236/76/οικ.695/1977)
  • Τα κατώτατα όρια συντάξεων ορίζονται στα ποσά, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί
  • στις 30.9.90 κατά κατηγορία δικαιούχων. Εφεξής τα κατώτατα αυτά όρια αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με την παρ. 9 αυτού του άρθρου με το ίδιο ποσοστό καιαπό την ίδια ημερομηνία.  Η κατά τα ανώτερω μείωσις του κατωτάτου ορίου δεν ισχύει δια συνταξιούχους εξ οιασδήποτε αιτίας ως και δια τυχόντος βοηθήματος τύπου συντάξεως, από της 1ης Ιανουαρίου του έτους, του επομένου εκείνου εντός του οποίου συνεπλήρωσαν το 68ον έτος της ηλικίας των.
 


• Ημερομηνία ανάρτηση στο OpenProject: 19 Απριλίου 2016
• Κατάθεση στη Βουλή προς ψήφιση: Παρασκευή 22 Απριλίου 2016
• Αλλαγές που κατατέθηκαν 5 Μαΐου 2016

Shares

ΠΡΟΟΔΟΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΡΘΡΟΥ

100%

Επεξεργαζόμαστε το πολυνομοσχέδιο σε 4 βήματα (25% έκαστο): 1.Ανάρτηση του άρθρου 2.Ανάρτηση αιτιολογικής έκθεσης 3.Σημειώσεις (εύρεση τροποποιητικών & καταργητικών διατάξεων) και 4. Ανάλυση και σχολιασμό.

Για την πληρέστερη και ταχύτερη επεξεργασία του πολυνομοσχεδίου το ThePressProject συνεργάζεται με το Vouliwatch.gr

ΓΕΝΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ

Για ανεξήγητους λόγους, το άρθρο 28 επαναλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό όσα λέει το άρθρο 8 του ίδιου νομοσχεδίου, με μικρές, αλλά μάλλον σημαντικές διαφορές.

Στην τελευταία παράγραφο του άρθρου που προβλέπει όσα αφορούν την ανταποδοτική σύνταξη, καταργούνται μια σειρά από προηγούμενους νόμους και διατάξεις. Φυσικά οι συγκεκριμένες διατάξεις αναφέρονται μόνο ονομαστικά, οπότε κανείς πρέπει να βρει τα παλαιότερα ΦΕΚ ώστε να καταλάβει τι κρύβεται. H έρευνα δείχνει ότι ενα μεγάλο μέρος των νόμων που ακυρώνει το νέο ασφαλιστικό αφορά τα μίνιμουμ ποσά που καταβάλλονται ως συντάξεις αναπηρίας. Ενδεικτικά καταργούνται παλαιότερες ρυθμίσεις που ορίζουν ότι:

  • Το άθροισμα σύνταξης λόγω αναπηρίας δεν μπορεί να υπολείπεται να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί σε δεκαπέντε (15) ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη, όπως καθορίζονται από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του 2015 (αρ. 3 παρ. 3 ν. 3863/2010 (ΦΕΚ 115 Α’).
  • Προσαύξηση 50% σε ποσά σύνταξης λόγων αναπηρίας που καταβάλλονται από τον ΟΑΕΕ εφόσον ο ανάπηρος βρίσκεται σε κατάσταση που απαιτεί συνεχή επίβλεψη (αρ. 9 π.δ. 116/1988 (ΦΕΚ 48 Α’)
  • Το κατώτατο ποσό της χορηγούμενης από το ΙΚΑ και τα Ειδικά Ταμεία Κύριας Ασφάλισης μηνιαίας σύνταξης γήρατος, αναπηρίας και εργατικού ατυχήματος ορίζεται ίσο με το 70% του κατώτατου μισθού εγγάμου με πλήρη απασχόληση, όπως; Ο μισθός αυτός καθορίζεται από την ΕΓΣΣΕ του έτους 2002 (αρ. 3 παρ. 4 ν. 3029/2002)
  • Επί καταστάσεως απόλυτου αναπηρίας το κατώτατον όριον προσαυξάνεται κατά 15%. (αρ. 5 παρ. 6 ν. 825/1978)
  • Το ποσό  της  σύνταξης λόγω  αναπηρίας  δεν  μπορεί  να  είναι μικρότερο από το ποσό που αντιστοιχεί σε 25 έτη ασφάλισης.(αρ. 17 παρ. 2 π.δ. 419/1983)
  • Ουδεμία σύνταξις δύναται να είναι κατωτέρα των υπό του Ι.Κ.Α. καταβαλλομένων λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου κατωτάτων ορίων συντάξεων. (αρ. 5 παρ. 4 Υ.Α. Β2/54/3/236/76/οικ.695/1977)
Το νέο ασφαλιστικό προβλέπει άμεσες περικοπές στις αναπηρικές συντάξεις, σε ποσοστό της νέας εθνικής σύνταξης. Διαλύει όμως παράλληλα ένα δίχτυ κοινωνικής προστασίας που ισχύει εδώ και χρόνια στη χώρα. Δυστυχώς αυτό μοιάζει να είναι το πρώτο βήμα. Οι θεσμοί επιμένουν σε περαιτέρω μειώσεις στο κράτος πρόνοιας και η κυβέρνηση προετοιμάζει το έδαφος...