Πολυνομοσχέδιο

Άρθρο 38

Κεφάλαιο Δ’ Ενιαίοι Κανόνες Εισφορών – Πόροι –Ανακεφαλαιοποίηση του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης

Άρθρο 38 Εισφορές Μισθωτών και Εργοδοτών


1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, το συνολικό ποσοστό εισφοράς κύριας σύνταξης ασφαλισμένου μισθωτού και εργοδότη ορίζεται σε 20% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των εργαζομένων, με την επιφύλαξη της παρ. 17 του άρθρου 39 του παρόντος νόμου, με εξαίρεση τις κοινωνικού χαρακτήρα έκτακτες παροχές λόγω γάμου, γεννήσεως τέκνων, θανάτου και βαριάς αναπηρίας και κατανέμεται κατά 6,67% σε βάρος των ασφαλισμένων και κατά 13,33% σε βάρος των εργοδοτών, συμπεριλαμβανομένου από 1.1.2017 και του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος.

2. α. Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και των εργοδοτών, συνίσταται στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.

β. Το ανώτατο όριο της περίπτωσης α εφαρμόζεται και επί πολλαπλής μισθωτής απασχόλησης ή έμμισθης εντολής όσον αφορά στην εισφορά ασφαλισμένου.

3. Καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ποσοστού 20% επιμεριζόμενη κατά ποσοστό 6,67% για τον εργαζόμενο και 13,33% για τον εργοδότη για τις ακόλουθες, ιδίως, κατηγορίες ασφαλισμένων, διατηρούμενης σε ισχύ του τεκμηρίου της ρύθμισης του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 1846/51:

α. Για τους ασφαλισμένους που έως την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση του Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων του ΟΑΕΕ ως έμμισθοι ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση. Για την κατηγορία αυτή των ασφαλισμένων, το ύψος της ασφαλιστικής εισφοράς για τον ασφαλισμένο καθορίζεται από 1.7.2016 σε 17%, από 1.1.2017 σε 15%, από 1/1/2018 σε 10% και από 1/1/2019 και μετά σε 6,67%. Το ύψος της ασφαλιστικής εισφοράς για τον εργοδότη καθορίζεται από 1.7.2016 σε 3%, από 1/1/2017 σε 5%, από 1/1/2018 σε 10% και από 1/1/2009 και μετά σε 13,33%.

β. Για τους ασφαλισμένους που έως την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ και παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση.

γ. ο διευθυντής, γενικός διευθυντής, εντεταλμένοι, διευθύνοντες ή συμπράττοντες σύμβουλοι διοικητές εταιριών ή εφόσον συνδέονται με την εταιρία με σχέση εξαρτημένης εργασίας συνεταιρισμών για τις εισπραττόμενες αμοιβές, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί του συνολικού ποσού των αμοιβών.

δ. τα πρόσωπα που διορίζονται ως μέλη διοικητικού συμβουλίου ΑΕ και λαμβάνουν αμοιβή, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί της αμοιβής.

ε. τα μέλη Δ.Σ. αγροτικών συνεταιρισμών εφόσον λαμβάνουν αμοιβή, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί της αμοιβής.

στ. Για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή, και άλλα πρόσωπα ασφαλιστέα λόγω ιδιότητας, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών. Εφόσον υπάρχει εισόδημα, από άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος, για το οποίο εκδίδονται δελτία παροχής υπηρεσιών, τιμολόγια ή αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης, καταβάλλεται εισφορά, εφόσον υπάρχει, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 39 του παρόντος, αναλόγως εφαρμοζομένων, μη εφαρμοζομένης στην περίπτωση αυτή της παρ. 3 του άρθρου 39 του παρόντος.

Υπόχρεος για την καταβολή της εργοδοτικής εισφοράς είναι οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, για λογαριασμό του οποίου οι ασφαλισμένοι του παρόντος άρθρου παρέχουν τις υπηρεσίες τους έναντι περιοδικής παροχής. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται και στις κατηγορίες αυτές οι πάσης φύσεως διατάξεις περί εισφορών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Και για την κατηγορία ασφαλισμένων της παραγράφου αυτής εφαρμόζεται η ρύθμιση της παρ. 3 του άρθρου 39.

4. Τυχόν υψηλότερα ή χαμηλότερα των οριζομένων στην παράγραφο 1 ποσοστά ασφαλιστικών εισφορών κλάδου σύνταξης ασφαλισμένου και εργοδότη που προβλέπονταν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος αναπροσαρμόζονται ετησίως ισόποσα και σταδιακά από 1.1.2017 και εφεξής, ούτως ώστε από 1.1.2020 να διαμορφωθούν στο αντίστοιχο ποσοστό που ορίζεται στην ανωτέρω παράγραφο.

5. Δεν αναπροσαρμόζονται, και παραμένουν στο ύψος που προβλεπόταν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων, που εμπίπτουν στις κατηγορίες που εξαιρέθηκαν από την αύξηση των ορίων ηλικίας της υποπαρ. Ε3 της παραγράφου Ε του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, σύμφωνα με την υπ’ αριθμό Φ11321/οικ.47523/1570 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β’ 2311/26-10-2015), καθώς και των εργαζομένων που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 20 και 21 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), όπως ισχύει, καθώς και όσοι για την απασχόλησή τους δεν υπάγονταν στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αλλά υπάγονταν είτε αποκλειστικά και μόνο για τον κίνδυνο του ατυχήματος είτε εκτός αυτού και στον κλάδο παροχών ασθενείας σε είδος. Στο ίδιο ύψος παραμένουν και οι αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές.

6. Τα ποσοστά εισφορών των ασφαλισμένων που υπάγονται ή θα υπάγονταν βάσει των γενικών ή ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, στο ΝΑΤ, υπολογίζονται μηνιαίως επί του βασικού μισθού που δεν μπορεί να είναι κατώτερος από τον προβλεπόμενο στην ισχύουσα ή την τελευταία ισχύσασα ΣΣΕ του κλάδου, πλέον των επιδομάτων που προβλέπονται στα άρθρα 84 και 85 του ΠΔ 913/1978. Οι εισφορές καταβάλλονται ανά τρίμηνο.

7. Οι εισφορές δηλώνονται από τον εργοδότη στην Αναλυτική Περιοδική Δήλωση σύμφωνα με την ισχύουσα κατά τη δημοσίευση του παρόντος νομοθεσία του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, αναλόγως εφαρμοζομένης.

8. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθορίζονται οι απαιτούμενες διαδικασίες για τον επαναπροσδιορισμό των ποσοστών, οι προσαρμογές στα πληροφοριακά συστήματα, η αναπροσαρμογή των ποσοστών των κατά την παρ. 5 εξαιρούμενων κατηγοριών ασφαλισμένων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

9.  [Σχόλιο: ΕΔΟΕΑΠ: Το προτεινόμενο ασφαλιστικό νομοσχέδιο αφανίζει κυριολεκτικά τα ασφαλιστικά μας ταμεία, αφού στο άρθρο 38, παράγραφος 9, καταργεί το βασικό πόρο μας, το αγγελιόσημο, οδηγώντας τον ΕΔΟΕΑΠ σε άμεσο κλείσιμο και στερώντας από τους 18.500 ασφαλισμένους του το δικαίωμα της αξιοπρεπούς περίθαλψης και επικουρικής σύνταξης]  Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η εισφορά που προβλέπεται στο άρθρο 3 παρ. δ΄, στο άρθρο 4 παρ. γ΄ του ν.δ. 465/1941 (Α΄301), στο άρθρο 36 παρ. 2 του ν.δ 158/1946 (Α΄318), στο άρθρο 3 παρ. Γ΄ του ν. 1872/1951 (Α΄202), στο άρθρο 4 παρ. 3 περ. β του ν. 4041/1960 (Α36), στο άρθρο 4 του ν. δ. 4547/1966(Α΄192), στα άρθρα 11, 14 και 15 του α.ν. 248/1967 (Α΄243), στα άρθρα 2, 3 και 8 του ν.1344/1973 (Α΄36), στο άρθρο 6 παρ. 5 του ν. 1866/1989 (Α΄222), στους ν. 248/1967, 1989/1991 καθώς και στην Φ. 146/1/10978/1969 καταργείται. Οι ασφαλισμένοι μισθωτοί οι οποίοι υπάγονταν σύμφωνα με τις γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις εκάστου Τομέα, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στην ασφάλιση του ΕΤΑΠ – ΜΜΕ, καταβάλλουν ασφαλιστική εισφορά κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 1 του παρόντος, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή της παρ. 4 του παρόντος. 10. Από 01/07/2016 οι αποδοχές των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα κατατίθενται από τους εργοδότες ταυτόχρονα με τις ασφαλιστικές εισφορές και το φόρο μισθωτών υπηρεσιών μέσω τραπεζικού λογαριασμού και μεταφέρονται αντιστοίχως και αποδίδονται από την οικεία τράπεζα στους λογαριασμούς των δικαιούχων μισθωτών, των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και του Δημοσίου. Για το σκοπό αυτόν κάθε υπόχρεος εργοδότης υπογράφει σχετική σύμβαση με τράπεζα που επιλέγει. Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Κεφάλαιο Δ’ Ενιαίοι Κανόνες Εισφορών – Πόροι –Ανακεφαλαιοποίηση του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης

Άρθρο 38 Εισφορές Μισθωτών και Εργοδοτών


1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, το συνολικό ποσοστό εισφοράς κύριας σύνταξης ασφαλισμένου μισθωτού και εργοδότη ορίζεται σε 20% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των εργαζομένων, με την επιφύλαξη της παρ. 17 του άρθρου 39 του παρόντος νόμου, με εξαίρεση τις κοινωνικού χαρακτήρα έκτακτες παροχές λόγω γάμου, γεννήσεως τέκνων, θανάτου και βαριάς αναπηρίας και κατανέμεται κατά 6,67% σε βάρος των ασφαλισμένων και κατά 13,33% σε βάρος των εργοδοτών, συμπεριλαμβανομένου από 1.1.2017 και του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος.

2. α. Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και των εργοδοτών, συνίσταται στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.

β. Το ανώτατο όριο της περίπτωσης α εφαρμόζεται και επί πολλαπλής μισθωτής απασχόλησης ή έμμισθης εντολής όσον αφορά στην εισφορά ασφαλισμένου.

3. Καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ποσοστού 20% επιμεριζόμενη κατά ποσοστό 6,67% για τον εργαζόμενο και 13,33% για τον εργοδότη για τις ακόλουθες, ιδίως, κατηγορίες ασφαλισμένων, διατηρούμενης σε ισχύ του τεκμηρίου της ρύθμισης του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 1846/51:

α. Για τους ασφαλισμένους που έως την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση του Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων του ΟΑΕΕ ως έμμισθοι ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση. Για την κατηγορία αυτή των ασφαλισμένων, το ύψος της ασφαλιστικής εισφοράς για τον ασφαλισμένο καθορίζεται από 1.7.2016 σε 17%, από 1.1.2017 σε 15%, από 1/1/2018 σε 10% και από 1/1/2019 και μετά σε 6,67%. Το ύψος της ασφαλιστικής εισφοράς για τον εργοδότη καθορίζεται από 1.7.2016 σε 3%, από 1/1/2017 σε 5%, από 1/1/2018 σε 10% και από 1/1/2009 και μετά σε 13,33%.

β. Για τους ασφαλισμένους που έως την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ και παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση.

γ. ο διευθυντής, γενικός διευθυντής, εντεταλμένοι, διευθύνοντες ή συμπράττοντες σύμβουλοι διοικητές εταιριών ή εφόσον συνδέονται με την εταιρία με σχέση εξαρτημένης εργασίας συνεταιρισμών για τις εισπραττόμενες αμοιβές, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί του συνολικού ποσού των αμοιβών.

δ. τα πρόσωπα που διορίζονται ως μέλη διοικητικού συμβουλίου ΑΕ και λαμβάνουν αμοιβή, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί της αμοιβής.

ε. τα μέλη Δ.Σ. αγροτικών συνεταιρισμών εφόσον λαμβάνουν αμοιβή, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί της αμοιβής.

στ. Για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή, και άλλα πρόσωπα ασφαλιστέα λόγω ιδιότητας, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών. Εφόσον υπάρχει εισόδημα, από άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος, για το οποίο εκδίδονται δελτία παροχής υπηρεσιών, τιμολόγια ή αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης, καταβάλλεται εισφορά, εφόσον υπάρχει, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 39 του παρόντος, αναλόγως εφαρμοζομένων, μη εφαρμοζομένης στην περίπτωση αυτή της παρ. 3 του άρθρου 39 του παρόντος.

Υπόχρεος για την καταβολή της εργοδοτικής εισφοράς είναι οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, για λογαριασμό του οποίου οι ασφαλισμένοι του παρόντος άρθρου παρέχουν τις υπηρεσίες τους έναντι περιοδικής παροχής. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται και στις κατηγορίες αυτές οι πάσης φύσεως διατάξεις περί εισφορών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Και για την κατηγορία ασφαλισμένων της παραγράφου αυτής εφαρμόζεται η ρύθμιση της παρ. 3 του άρθρου 39.

4. Τυχόν υψηλότερα ή χαμηλότερα των οριζομένων στην παράγραφο 1 ποσοστά ασφαλιστικών εισφορών κλάδου σύνταξης ασφαλισμένου και εργοδότη που προβλέπονταν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος αναπροσαρμόζονται ετησίως ισόποσα και σταδιακά από 1.1.2017 και εφεξής, ούτως ώστε από 1.1.2020 να διαμορφωθούν στο αντίστοιχο ποσοστό που ορίζεται στην ανωτέρω παράγραφο.

5. Δεν αναπροσαρμόζονται, και παραμένουν στο ύψος που προβλεπόταν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων, που εμπίπτουν στις κατηγορίες που εξαιρέθηκαν από την αύξηση των ορίων ηλικίας της υποπαρ. Ε3 της παραγράφου Ε του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, σύμφωνα με την υπ’ αριθμό Φ11321/οικ.47523/1570 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β’ 2311/26-10-2015), καθώς και των εργαζομένων που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 20 και 21 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), όπως ισχύει, καθώς και όσοι για την απασχόλησή τους δεν υπάγονταν στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αλλά υπάγονταν είτε αποκλειστικά και μόνο για τον κίνδυνο του ατυχήματος είτε εκτός αυτού και στον κλάδο παροχών ασθενείας σε είδος. Στο ίδιο ύψος παραμένουν και οι αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές.

6. Τα ποσοστά εισφορών των ασφαλισμένων που υπάγονται ή θα υπάγονταν βάσει των γενικών ή ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, στο ΝΑΤ, υπολογίζονται μηνιαίως επί του βασικού μισθού που δεν μπορεί να είναι κατώτερος από τον προβλεπόμενο στην ισχύουσα ή την τελευταία ισχύσασα ΣΣΕ του κλάδου, πλέον των επιδομάτων που προβλέπονται στα άρθρα 84 και 85 του ΠΔ 913/1978. Οι εισφορές καταβάλλονται ανά τρίμηνο.

7. Οι εισφορές δηλώνονται από τον εργοδότη στην Αναλυτική Περιοδική Δήλωση σύμφωνα με την ισχύουσα κατά τη δημοσίευση του παρόντος νομοθεσία του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, αναλόγως εφαρμοζομένης.

8. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθορίζονται οι απαιτούμενες διαδικασίες για τον επαναπροσδιορισμό των ποσοστών, οι προσαρμογές στα πληροφοριακά συστήματα, η αναπροσαρμογή των ποσοστών των κατά την παρ. 5 εξαιρούμενων κατηγοριών ασφαλισμένων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

9. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η εισφορά που προβλέπεται στο άρθρο 3 παρ. δ΄, στο άρθρο 4 παρ. γ΄ του ν.δ. 465/1941 (Α΄301), στο άρθρο 36 παρ. 2 του ν.δ 158/1946 (Α΄318), στο άρθρο 3 παρ. Γ΄ του ν. 1872/1951 (Α΄202), στο άρθρο 4 παρ. 3 περ. β του ν. 4041/1960 (Α36), στο άρθρο 4 του ν. δ. 4547/1966(Α΄192), στα άρθρα 11, 14 και 15 του α.ν. 248/1967 (Α΄243), στα άρθρα 2, 3 και 8 του ν.1344/1973 (Α΄36), στο άρθρο 6 παρ. 5 του ν. 1866/1989 (Α΄222), στους ν. 248/1967, 1989/1991 καθώς και στην Φ. 146/1/10978/1969 καταργείται. Οι ασφαλισμένοι μισθωτοί οι οποίοι υπάγονταν σύμφωνα με τις γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις εκάστου Τομέα, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στην ασφάλιση του ΕΤΑΠ – ΜΜΕ, καταβάλλουν ασφαλιστική εισφορά κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 1 του παρόντος, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή της παρ. 4 του παρόντος. 10. Από 01/07/2016 οι αποδοχές των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα κατατίθενται από τους εργοδότες ταυτόχρονα με τις ασφαλιστικές εισφορές και το φόρο μισθωτών υπηρεσιών μέσω τραπεζικού λογαριασμού και μεταφέρονται αντιστοίχως και αποδίδονται από την οικεία τράπεζα στους λογαριασμούς των δικαιούχων μισθωτών, των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και του Δημοσίου. Για το σκοπό αυτόν κάθε υπόχρεος εργοδότης υπογράφει σχετική σύμβαση με τράπεζα που επιλέγει. Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Κεφάλαιο Δ’ Ενιαίοι Κανόνες Εισφορών – Πόροι του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης

Άρθρο 38 Εισφορές Μισθωτών και Εργοδοτών

Με τις ρυθμίσεις του κεφαλαίου αυτού ορίζονται οι εισφορές των ασφαλισμένων του ΕΦΚΑ με ενιαίο τρόπο, όπως είναι πλέον αναγκαίο λόγω της ύπαρξης ενός μόνο φορέα κοινωνικής ασφάλισης. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος, από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, το συνολικό ποσοστό εισφοράς κλάδου σύνταξης στον Ε.Φ.Κ.Α. ασφαλισμένου μισθωτού και εργοδότη ορίζεται σε 20% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των εργαζομένων. Από τις ως άνω αποδοχές εξαιρούνται οι κοινωνικού χαρακτήρα έκτακτες παροχές λόγω γάμου, γεννήσεως τέκνων, θανάτου και βαριάς αναπηρίας. Όσον αφορά στο συνολικό ποσοστό εισφοράς 20%, κατανέμεται κατά 6,67% σε βάρος των ασφαλισμένων και κατά 13,33% σε βάρος των εργοδοτών, συμπεριλαμβανομένου από 1.1.2017 και του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου.

Περαιτέρω, καθορίζεται ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς μισθωτών και εργοδοτών, το οποίο ισούται με το δεκαπλάσιο του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών. Το ως άνω ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών εφαρμόζεται και επί πολλαπλής μισθωτής απασχόλησης ή έμμισθης εντολής όσον αφορά στην εισφορά ασφαλισμένου. Η προσθήκη ανώτατου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών αποσκοπεί στην αποτροπή της καταβολής υπερβολικά υψηλών ασφαλιστικών εισφορών, που θα επιβαρύνουν υπέρμετρα το ασφαλιστικό κόστος για μισθωτούς και εργοδότες και θα λειτουργήσουν σε βάρος της απασχόλησης και της οικονομικής δραστηριότητας.

Ως προς την καταβολή ασφαλιστικής εισφοράς εργοδότη- εργαζόμενου για τον κλάδο σύνταξης, αντιμετωπίζονται ως μισθωτοί οι ακόλουθες κατηγορίες ασφαλισμένων, υπό την επιφύλαξη του τεκμηρίου που προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του ΑΝ 1846/51: α) Οι ασφαλισμένοι που έως την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση του Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων του Ο.Α.Ε.Ε., ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, β) Οι ασφαλισμένοι που έως την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση του Ε.Τ.Α.Α. και παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, γ) ο διευθυντής, γενικός διευθυντής, εντεταλμένοι, διευθύνοντες ή συμπράττοντες σύμβουλοι διοικητές εταιριών ή συνεταιρισμών εφόσον συνδέονται με την εταιρία με σχέση εξαρτημένης εργασίας, δ) τα πρόσωπα που διορίζονται ως μέλη διοικητικού συμβουλίου ΑΕ και λαμβάνουν αμοιβή, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί της αμοιβής, ε) τα μέλη Δ.Σ. αγροτικών συνεταιρισμών εφόσον λαμβάνουν αμοιβή, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί της αμοιβής, στ) Οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή, και άλλα πρόσωπα ασφαλιστέα λόγω ιδιότητας, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση. Ως προς το εισόδημα από άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος, για το οποίο εκδίδονται δελτία παροχής υπηρεσιών, τιμολόγια ή αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 39, με την εξαίρεση της υποχρέωσης υπαγωγής στην κατώτατη ασφαλιστική κλάση χαμηλότερου εισοδήματος.

Ειδικά για τα πρόσωπα της περίπτωσης α προβλέπεται μεταβατική περίοδος ως προς το ύψος της ασφαλιστικής εισφοράς εργοδότη και εργαζόμενου. Όσον αφορά στον καθορισμό του προσώπου του εργοδότη, προβλέπεται πως υπόχρεος για την καταβολή της εργοδοτικής εισφοράς είναι οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, για λογαριασμό του οποίου οι ασφαλισμένοι του παρόντος άρθρου παρέχουν τις 60 υπηρεσίες τους έναντι περιοδικής παροχής. Κατά τα λοιπά, ως προς τις κατηγορίες αυτές, γίνεται αναλογική εφαρμογή των πάσης φύσεως διατάξεων περί εισφορών του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ..


Ποσοστά ασφαλιστικών εισφορών κλάδου σύνταξης ασφαλισμένου και εργοδότη που υπερβαίνουν ή υπολείπονται των ποσοστών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αναπροσαρμόζονται ετησίως, ισόποσα και σταδιακά, από 1.1.2017, ώστε από 1.1.2020 να διαμορφωθούν στο αντίστοιχο ποσοστό που ορίζεται στην παράγραφο 1. Η εναρμόνιση των ποσοστών ασφαλιστικών εισφορών εξυπηρετεί τη γενική αρχή της ισονομίας και την εγκαθίδρυση ενιαίων κανόνων μεταξύ των ασφαλισμένων, ενώ ταυτόχρονα εξασφαλίζεται μία μεταβατική περίοδος, ώστε η ως άνω εναρμόνιση να γίνει σταδιακά.

Η παράγραφος 5 του παρόντος άρθρου προβλέπει συγκεκριμένες κατηγορίες ασφαλισμένων, για τους οποίους οι ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών δεν αναπροσαρμόζονται και παραμένουν στο ύψος που προβλεπόταν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου, τα ποσοστά εισφορών των ασφαλισμένων που υπάγονται ή θα υπάγονταν βάσει των γενικών ή ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, στο πρ. Ν.Α.Τ., υπολογίζονται μηνιαίως επί του βασικού μισθού που δεν μπορεί να είναι κατώτερος από τον προβλεπόμενο στην ισχύουσα ή την τελευταία ισχύσασα ΣΣΕ του κλάδου, πλέον των επιδομάτων που προβλέπονται στα άρθρα 84 και 85 του ΠΔ 913/1978, τα οποία επίσης δεν μπορεί να είναι κατώτερα όσων προβλέπουν οι ισχύουσες ή οι τελευταίες ισχύσασες συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Οι εισφορές καταβάλλονται ανά τρίμηνο.

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, οι εισφορές δηλώνονται από τον εργοδότη στην Αναλυτική Περιοδική Δήλωση του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. σύμφωνα με την ισχύουσα κατά τη δημοσίευση του παρόντος νομοθεσία του τελευταίου.

Στην παρ. 8 προβλέπεται η έκδοση απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθορίζονται οι απαιτούμενες διαδικασίες για τον επαναπροσδιορισμό των ποσοστών, οι προσαρμογές στα πληροφοριακά συστήματα, η αναπροσαρμογή των ποσοστών των κατά την παρ. 5 εξαιρούμενων κατηγοριών ασφαλισμένων, και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Στην παρ. 9 ορίζεται ότι από την έναρξη ισχύος του παρόντος η εισφορά που προβλέπεται στους ν. 248/1967, 1989/1991 καθώς και στην Φ. 146/1/10978/1969 καταργείται. Οι ασφαλισμένοι μισθωτοί οι οποίοι υπάγονταν σύμφωνα με τις γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις εκάστου Τομέα, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στην ασφάλιση του Ε.Τ.Α.Π.– Μ.Μ.Ε., καταβάλλουν ασφαλιστική εισφορά κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 1 του παρόντος, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή της παρ. 4 του παρόντος.

Στην παρ. 10 ορίζεται η υποχρεωτική ταυτόχρονη καταβολή μισθού, ασφαλιστικών εισφορών και φόρου μισθωτών υπηρεσιών μέσω τραπεζών. Τα περιστατικά τόσο της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων όσο και της ανασφάλιστης εργασίας έχουν διογκωθεί με αποτέλεσμα χιλιάδες εργαζόμενοι να βρίσκονται σε εξαιρετικά δυσχερή οικονομική κατάσταση. Η υποχρεωτική καταβολή μισθού, ασφαλιστικών εισφορών και φόρου μισθωτών υπηρεσιών μέσω τραπεζών θα επιτρέψει τον πληρέστερο έλεγχο της παραβατικότητας της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας και θα ενισχύσει την καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής.

Στο παρακάτω απόσπασμα:

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η εισφορά που προβλέπεται στο άρθρο 3 παρ. δ΄, στο άρθρο 4 παρ. γ΄ του ν.δ. 465/1941 (Α΄301), στο άρθρο 36 παρ. 2 του ν.δ 158/1946 (Α΄318), στο άρθρο 3 παρ. Γ΄ του ν. 1872/1951 (Α΄202), στο άρθρο 4 παρ. 3 περ. β του ν. 4041/1960 (Α36), στο άρθρο 4 του ν. δ. 4547/1966(Α΄192), στα άρθρα 11, 14 και 15 του α.ν. 248/1967 (Α΄243), στα άρθρα 2, 3 και 8 του ν.1344/1973 (Α΄36), στο άρθρο 6 παρ. 5 του ν. 1866/1989 (Α΄222), στους ν. 248/1967, 1989/1991 καθώς και στην Φ. 146/1/10978/1969 καταργείται. 

Καταργούνται οι διατάξεις που προβλέπουν το αγγελιόσημο και συγκεκριμένα:

άρθρο 3 παρ. δ΄, στο άρθρο 4 παρ. γ΄ του ν.δ. 465/1941 (Α΄301),
άρθρο 36 παρ. 2 του ν.δ 158/1946 (Α΄318)

2. Διά τας ημερισίας εφημερίδας Θεσ/νίκης το αγγελιόσημον ορίζεται
    εις τα 10% κατανεμόμενον ως ακολούθως :α) Εβδομήκοντα τοις εκατόν υπέρ
    του ταμείου συντάξεων υπαλληλικού προσωπικού εφημερίδων ΘΕσ/νίκης διά
    την ίσρισιν ταμείου προνοίας. β) Δέκα πέντε τοις εκατόν υπέρ της
    ενώσεως συντακτών ημερισίων εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης. γ) Δέκα πετε
    τοις εκατόν υπέρ της ενώσεως υπαλληλοκού προσωπικού εφημερίδων
    Θεσ/νίκης.

στο άρθρο 3 παρ. Γ΄ του ν. 1872/1951 (Α΄202)

Γ`)  Δια  τον  Λογαριασμόν  Προνοίας.  α)  Το
εισπραττόμενον  αγγελιόσημον 2 ο/ο επί του τιμήματος πάσης επί πληρωμή
δημοσιεύσεως ή διαφημίσεως,  καταχωρουμένης  εις  τας  εφημερίδας  της
Θεσσαλονίκης.  Το ποσοστόν τούτο, εισπραττόμενον παρά του διαχειριστού
εκάστης Εφημερίδος της Θεσσαλονίκης. Το ποσοστόν τούτο, εισπραττόμενον
παρά  του  διαχειριστού  εκάστης  εφημερίδος,  κατατίθεται  υπέρ   του
Λογαριασμού Προνοίας του Κ.Α.Ε.Τ.Θ., συμφώνως προς τα υπό των σχετικών
παραγράφων του άρθρου 36 του Ν.Δ. 158 της 23.10.46 καθοριζόμενα.

το άρθρο 4 παρ. 3 περ. β του ν. 4041/1960 (Α36),

β) Το προϊόν εξ αγγελιοσήμου 5% όπερ επιβάλλεται δια  του  παρόντος
επί του τιμολογίου ή της αποδείξεως πάσης επί πληρωμή δημοσιεύσεως εις
ημερησίαν  επαρχιακήν  εφημερίδαν  μετέχουσαν  της Ε.Ι.Η.Ε.Ε. και όπερ
καταβάλεται παρά του δίδοντος την εντολήν πρός δημοσιεύσιν. Αποδείξεις
ή τιμολόγια μή φέροντα μνείαν καταβολής του αγγελιοσήμου  δεν  δύναται
να  χρησιμοποιηθώσι  παρά  του  επ`  ονόματι  του οποίου εξεδόδησαν ως
εκπιπτώμεναι δαπάναι δια τον καθορισμόν του φορολογητέου  εισοδήματος.
Αι  λεπτομέρειαι  της  εφαρμογής  του αγγελιοσήμου καθορισθήσονται δι`
αποφάσεως του αρμοδίου δια τα ζητήματα του Τύπου Υπουργού.

στο άρθρο 4 του ν. δ. 4547/1966(Α΄192)
Αρθρον 4.
    
          "1.  Από της δημοσιεύσεως του παρόντος Ν.Δ/τος
     εφ`  εκάστου   τιμολογίου   διαφημίσεως   ή   διαφημιστικής   εκπομπής
     εκπεμπομένης υπό του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας διά των εν Αθήναις,
     Θεσσαλονίκη και αλλαχού λειτουργούντων Ραδιοφωνικών Σταθμών του Ε.Ι.Ρ.
     ως  και  των Σταθμών Τηλοψίας επιβάλλεται ειδικόν τέλος εκ 15% επί του
     συνόλου του αντιτίμου διαφημίσεως, μη υπολογιζομένων των τυχόν υπό του
     Ε.Ι.Ρ. παρεχομένων εκπτώσεων ή προμηθειών, κατανεμόμενον ως ακολούθως:

            α)  Ποσοστόν  5%  υπέρ  του  Ταμείου   Επικουρικής   Ασφαλίσεως
     Υπαλλήλων   Ραδιοφωνίας   και  Τουρισμού,  κατατιθέμενον  εις  Ειδικόν
     Λογαριασμόν  διά  την  χορήγησιν  εφ`   άπαξ   βοηθήματος   εις   τους
     εξερχομένους  της υπηρεσίας και της ασφαλίσεως ησφαλισμένους παρ` αυτώ
     υπαλλήλους και συνεργάτας  του  Ε.Ι.Ρ.   και  της  εποπτευούσης  τούτο
     Γενικής   Διευθύνσεως   Τύπου   και  Πληροφοριών  κατά  τα  λεπτομερώς
     καθορισθησόμενα διά Β.Διατάγματος, εκδοθησομένου προτάσει των Υπουργών
     Εργασίας και Προεδρίας της Κυβερνήσεως.

         "β)  Ποσοστόν 10% υπέρ του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων
     Αθηνών και Θεσσαλονίκης του Ε.Ι.Ρ. απαλλασσομένου  εφεξής  πάσης  προς
     τούτο  εργοδοτικής  εισφοράς  διά  την παρ` αυτώ ασφάλισιν εργαζομένων
     δημοσιογράφων ως υπαλλήλων και συνεργατών αυτού. Τα εισπραττόμενα  διά
     λογαριασμόν  του  Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ.  ποσά  αποδίδονται  υπό  του Ε.Ι.Ρ. ανά
     τρίμηνον και εντός μηνός από της λήξεως εκάστου τριμήνου το αργότερον,
     διά καταθέσεως εις τον παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος  λογαριασμόν
     του δικαιούχου Ταμείου".
     γ)  Ποσοστόν 2% υπέρ Ταμείων Επικουρικ.  Ασφαλίσεως των Ενώσεων
     Συντακτών  Θεσσαλίας,  Στερεάς  Ελλάδος  και  Ευβοίας  αφ`  ενός   και
     Πελοποννήσου,  Ηπείρου  και Νήσων αφ` ετέρου. Εφ` όσον δεν λειτουργούν
     τοιαύτα ταμεία ο ανωτέρω πόρος  κατανεμόμενος  κατά  ποσοστόν  1%  εις
     εκάστην  των  ανωτέρω  Ενώσεων  Συντακτών τίθεται εις την διάθεσιν των
     διοικήσεων αυτών υπό τον όρον της αποδόσεως  εις  τα  Επικουρ.  Ταμεία
     ευθύς άμα τη συστάσει των.

           δ) Ποσοστόν 2% υπέρ του Ταμείου Ασφαλίσεως Εργατών Τύπου Αθηνών,
     εξ ου 1% υπέρ του Κλάδου  Συντάξεων  αυτού  και  1%  υπέρ  του  Κλάδου
     Επικουρικής   Ασφαλίσεως   αυτού,   μετ`   αφαίρεσιν  του  εσόδου  του
     προερχομένου εκ των διαφημίσεων και των  διαφημιστικών  εκπομπών,  των
     εκπεμπομένων  διά  του  Ραδ.  Σταθμού  Θ/κης, όπερ περιέρχεται εις τον
     Κλάδον Ασ/λίσεως Εργατών Τύπου Θεσσαλονίκης.

           ε) Ποσοστόν 1% υπέρ του  Ταμείου  Συντάξεων  Εφημεριδοπωλών  και
     Υπαλλήλων   Πρακτορείων  διά  τον  παρ`  αυτώ  Κλάδον  Προνοίας,  μετ`
     αφαίρεσιν του εσόδου του  προερχομένου  εκ  των  διαφημίσεων  και  των
     διαφημιστικών  εκπομπών, των εκπεμπομένων διά του Ραδιοφωνικού Σταθμού
     Θεσσαλονίκης, όπερ περιέρχεται εις το Ταμείον Συντάξεων Εφημεριδοπωλών
     και Υπαλλήλων Πρακτορείων πόλεως Θεσσαλονίκης.


     2. Διά την  είσπραξιν  και  απόδοσιν  του  υπό  στοιχ.   α`  της
     προηγουμένης  παραγράφου πόρου εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρου 27
     του από 7.10.1958 Β. Διατάγματος "περί συστάσεως και οργανώσεως του
      ΤΕΑΥΡ".

          3. Τα εισπρατόμενα διά λογαριασμόν  των  υπό  στοιχεία  β-ε  της
     παραγράφου  1  του παρόντος άρθρου οργανισμών ποσά αποδίδονται υπό του
     Ε.Ι.Ρ. ανά τρίμηνον και εντός  μηνός  το  βραδύτερον  από  της  λήξεως
     εκάστου   τριμήνου   διά  καταθέσεως  εις  τον  οικείον  παρά  Τραπέζη
     λογαριασμόν εκάστου οργανισμού".

11, 14 και 15 του α.ν. 248/1967 (Α΄243)

1ον) Το κατά τας διατάξεις του άρθρου 3 εδαφ. δ`  του  Ν.Δ.  465/
1941  ως  αύται  συνεπληρώθησαν  και αντικατεστάθησαν υπό του άρθρου 3
παρ. 1 εδαφ. ε` το ν.δ. 1151/42 του άρθρου 36 παρ. 1 του Ν.Δ.  158/46,
του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1872/51 του άρθρου 8 παράγρ. 1 εδάφ. α` του
Ν.Δ.   3572/56  και  του  άρθρου  14  παρ.  2  του  Ν.  4041/60(2),
αγγελιόσημον εκ δέκα πέντε τοις εκατόν (15%)  επί  των  δημοσιευομένων
εις  τας  ημερησίας  εφημερίδας  Αθηνών  διαφημίσεων προσαυξάνεται εις
είκοσι τοις εκατόν (20%), επεκτεινόμενον και επί του τιμήματος  παντός
εν αυταίς επί πληρωμή δημοσιεύματος.
 
      2ον)  Το επί του τιμήματος των διαφημίσεων των δημοσιευομένων εις
τας ημερησίας εφημερίδας Θεσσαλονίκης, κατά το άρθρον 3 του  Ν.  1872/
1951  και άρθρ. 6 παράγρ. 1 του αυτού νόμου, ως τούτο ετροποποιήθη διά
του άρθρου 4 του Ν.Δ. 3616/1956, αγγελιόσημον  εκ  12%  προασαυξάνεται
εις  16%  επεκτεινόμενον  και επί του τιμήματος των επί πληρωμή παντός
είδους δημοσιευμάτων των αυτών εφημερίδων.
 
      3ον) Επιβάλλεται αγγελιόσημον εξ  20%  επί  του  τιμήματος  πάσης
διαφημίσεως  γιγνομένης  διά  των  εκπομπών  του  Ραδιοφωνικού Σταθμού
Ενόπλων Δυνάμεων.

στα άρθρα 2, 3 και 8 του ν.1344/1973 (Α΄36)

Αρθρον 2.

1. Εις την υποχρέωσιν καταβολής του υπό των διατάξεων του Α.Ν.
248/1967 προβλεπομένου αγγελιοσήμου, υπόκεινται άπαντες ανεξαιρέτως οι
διαφημιζόμενοι διά των εις τον Α.Ν. 248/1967 αναφερομένων μέσων
δημοσιότητος. Της υποχρεώσεως προς καταβολήν αγγελιοσήμου εξαιρούνται
από της ισχύος του Α.Ν. 248/1967 το Δημόσιον, οι Δήμοι και Κοινότητες,
τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και αι Επιχειρήσεις Κοινής Ωφελείας,
τυχόν όμως καταβλήθεντα διά την αιτίαν ταύτην μέχρι της ισχύος του
παρόντος παρ` αυτών ποσά δεν αναζητούνται.

2. Το υπό των διατάξεων του Α.Ν. 248/1967 προβλεπόμενον αγγελιόσημον,
υπολογίζεται επί του συνόλου του αντιτίμου των διαφημίσεων και
δημοσιεύσεων, βάσει του εν τω εκδιδομένω τιμολογίω ή αποδείξει
αναγραφομένου ποσού, μη υπολογιζομένων  των τυχόν παρεχομένων
προμηθειών.

6 παρ. 5 του ν. 1866/1989 (Α΄222),

5.   Η  εταιρεία  υποχρεούται  στην  είσπράξη  αγγελιοσήμου  για  τη
μετάδοση  διαφημίσεων στο ίδιο ποσοστό που προβλέπεται και για την ΕΡΤ
- Α.Ε.  Το  αυτό  ισχύει  και  για  τους  ραδιοφωνικούς  σταθμούς.  Το
αγγελιόσημο   κατανέμεται  στα  ίδια  ασφαλιστικά  ταμεία,  στα  οποία
κατανέμεται και το αντίστοιχο αγγελιόσημο της ΕΡΤ - Α.Ε. και κατά  την
ίδια αναλογία.


• Ημερομηνία ανάρτηση στο OpenProject: 19 Απριλίου 2016 - Κατάθεση στη Βουλή προς ψήφιση: Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Shares

ΠΡΟΟΔΟΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΡΘΡΟΥ

100%

Επεξεργαζόμαστε το πολυνομοσχέδιο σε 4 βήματα (25% έκαστο): 1.Ανάρτηση του άρθρου 2.Ανάρτηση αιτιολογικής έκθεσης 3.Σημειώσεις (εύρεση τροποποιητικών & καταργητικών διατάξεων) και 4. Ανάλυση και σχολιασμό.

Για την πληρέστερη και ταχύτερη επεξεργασία του πολυνομοσχεδίου το ThePressProject συνεργάζεται με το Vouliwatch.gr

ΓΕΝΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ

Το συγκεκριμένο άρθρο αφορά την κατάργηση του αγγελιόσημου. Για το ζήτημα, η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Συντακτών (ΠΟΕΣΥ) τονίζει:

Τα σημεία στα οποία διαφωνούμε με το νομοσχέδιο είναι, καταρχάς, η ένταξη του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ, που είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο, σε ένα εν τη γενέσει του ελλειμματικό ενιαίο φορέα κοινωνικής ασφάλισης, τον ΕΦΚΑ. Επίσης, είναι πραγματικός ο κίνδυνος της απώλειας της περιουσίας του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ και, βέβαια, ο κίνδυνος για τις συντάξεις, αφού η αναλογική σύνταξη θα καταβάλλεται από τους πόρους του ΕΦΚΑ. Ταυτόχρονα και σε ό,τι αφορά το αγγελιόσημο, καταρχάς το αγγελιόσημο δεν υφίσταται χρηματοδότηση από το Κράτος. Επίσης, οι εργοδοτικές εισφορές καλύπτονται από το αγγελιόσημο και χάρη σε αυτό απαλλάσσεται από τις εργοδοτικές εισφορές και το Δημόσιο ως εργοδότης στην ΕΡΤ, στο ΑΠΕ, στη Γενική Γραμματεία και στα γραφεία τύπου και θα υποχρεωθεί τώρα το Δημόσιο και εκεί να καταβάλει εργοδοτικές εισφορές.

Επίσης, θέλω να αποσαφηνίσω, ότι το αγγελιόσημο, είναι ένα αντίτιμο απαλλοτριωθέντος ιδιωτικού πόρου και υποκαθιστά ίδιο πόρο ιδιωτικής ασφάλισης. Είναι γνωστό ότι νομοθετήθηκε ως διαρκές αντάλλαγμα για την απαλλοτρίωση, κρατικοποίηση του Αρχείου Συντακτών, και συνεπώς, η αφαίρεση του προσβάλλει το δικαίωμα στην περιουσία όπως κατοχυρώνεται και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Παράλληλα, αποτελεί οιωνοί εργοδοτική εισφορά αποδιδόμενη στα ταμεία των εργαζομένων στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Τέλος, δεν συνιστά εισφορά υπέρ τρίτου, άρα δεν έρχεται σε αντίθεση προς τη Κοινοτική Νομοθεσία.

Τώρα όμως, ας δούμε και τις συνέπειες από την κατάργηση του αγγελιοσήμου. Η υποχρέωση των εργοδοτών για καταβολή εισφορών, αύξηση εργοδοτικού κόστους, απολύσεις, ανεργία. Επίσης θα προκύψει εισφοροδιαφυγή και φοροδιαφυγή, αφού η σύνδεση των ασφαλιστικών εισφορών με τα εισοδήματα των απασχολουμένων, επιφέρει πρόσθετο  κόστος, και βέβαια, θα καταρρεύσουν ο ΕΔΟΕΑΠ και τα ΤΕΑΣ, πού είναι τα Ταμεία Επικουρικής Ασφάλισης της Αθήνας και της περιφέρειας, και απώλεια της υγειονομικής κάλυψης και επικούρησης, καθώς και στέρηση των επιδομάτων ανεργίας. Συνεπώς, ζητάμε την διατήρηση των ταμείων μας και τη διατήρηση τον αγγελιοσήμων.

Ο πρόεδρος του ΕΔΟΕΑΠ συμπληρώνει:

Το προτεινόμενο ασφαλιστικό νομοσχέδιο αφανίζει κυριολεκτικά τα ασφαλιστικά μας ταμεία, αφού στο άρθρο 38, παράγραφος 9, καταργεί το βασικό πόρο μας, το αγγελιόσημο, οδηγώντας τον ΕΔΟΕΑΠ σε άμεσο κλείσιμο και στερώντας από τους 18.500 ασφαλισμένους του το δικαίωμα της αξιοπρεπούς περίθαλψης και επικουρικής σύνταξης. Στην ουσία, το νομοσχέδιο αυτό ακυρώνει βίαια τον μόχθο των ανθρώπων του δημοσιογραφικού κλάδου, που, εδώ και μισό αιώνα και κάτω από αντίξοες συνθήκες, δημιούργησαν, συντήρησαν και βελτίωσαν ένα ταμείο, το οποίο αποτελεί, ακόμη και στα ύστερα του, πανευρωπαϊκό πρότυπο.
Είναι περίεργο και προβληματίζει το γεγονός ότι η Κυβέρνηση, ενώ προσπαθεί να περιορίσει το δημοσιονομικό κόστος, καταργεί το αγγελιόσημο και προσθέτει στο Κράτος επιπλέον ανελαστικές υποχρεώσεις, που φτάνουν ετησίως, μαζί με τις κύριες συντάξεις που χορηγεί το ΕΤΑΠ - ΜΜΕ, τα 100 εκατομμύρια ευρώ. Επιπλέον, είναι αντιφατικό μια Κυβέρνηση να προωθεί σχέδιο καταστροφής ταμείων τα οποία δεν επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό και επιδιώκει με εξαθλίωση τους ασφαλισμένους τους με το πρόσχημα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ουσιαστικά, στην περίπτωση του κλάδου μας βλέπουμε τον διακαή πόθο των κυβερνώντων να υφαρπάξουν τα εναπομείναντα αποθεματικά των ταμείων μας. Έχει κλαπεί, μέσω του «κουρέματος», από το ΕΤΑΠ - ΜΜΕ 1,5 δισ. και 100 εκατ. από τον ΕΔΟΕΑΠ.