Τζένη Τσιροπούλου
«Μύριζε δακρυγόνα, έρωτα και επανάσταση»: Η Τυνησία 7 χρόνια μετά
«Στον αέρα μύριζε έρωτας και στα πρόσωπα των ανθρώπων έβλεπες την εμπιστοσύνη και την περηφάνια. Οι νέοι ταξίδευαν σε ξεχασμένα χωριά για να πουν ένα "ευχαριστώ": ένα "ευχαριστώ" για τις θυσίες για την επανάσταση. Η εικόνα που δεν ξεχνάω ακόμα και 7 χρόνια μετά, είναι ο πατέρας μου να ξεπροβάλλει με το μακρύ παλτό του μέσα από τα δακρυγόνα, σαν τον Σούπερμαν. Βρήκα μια φωτογραφία που είμαστε εγώ και δύο φίλοι μου σε μια πορεία. Τώρα ζούμε και οι τρεις μας στο εξωτερικό. Απογοήτευση. Η ευκαιρία χάθηκε πριν καν προλάβουμε να ανακτήσουμε την ανάσα μας από το κυνηγητό με την αστυνομία. Αλλά νιώθουμε επιτέλους ότι αυτή η χώρα είναι δικιά μας, όχι ξένη. Καλύτερα να ζεις ελεύθερος με οικονομικά προβλήματα παρά να ευημερείς σε ένα φασιστικό καθεστώς»
Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017
Shares
Ρεπορτάζ της Τζένης Τσιροπούλου


Ψηλαφίζοντας την Τυνησία


Όταν προσγειώθηκα στην Τυνησία τον Μάιο του 2014 δεν είχα ιδέα τι να περιμένω. Η χώρα αποτελούσε ένα οριεντάλ θέρετρο για αρκετούς Έλληνες μέχρι και πριν την οικονομική κρίση. Για τους περισσότερους, όμως, μπήκε για τα καλά στον χάρτη μας στις 17 Δεκεμβρίου του 2010, την ημέρα που ο φτωχός μικροπωλητής λαχανικών, Μοχάμεντ Μπουαζίζι, αυτοπυρπολήθηκε δημόσια στο Σίντι Μουζίντ. Μια πόλη λησμονημένη που οι άνθρωποι ζουν σαν απόκληροι, όπως σε όλη την τυνησιακή ενδοχώρα. Ο 26χρονος Μοχάμεντ πέθανε στις 4 Γενάρη 2011 και ήταν ο πρώτος μάρτυρας της «Αραβικής Άνοιξης», όπως έσπευσαν να τη βαφτίσουν τα Δυτικά Μέσα. Για τους Τυνήσιους, όμως, θα είναι πάντα η δική τους Επανάσταση.

Οι δρόμοι δεν πήραν φωτιά μέσα σε μια νύχτα ακριβώς. Τρία χρόνια νωρίτερα, τον Ιανουάριο του 2008, εργάτες ορυχείων και άνεργοι πτυχιούχοι εξεγείρονταν στη γειτονική Γκάφσα, μία «πόλη-κόλαση»: βιομηχανική, μολυσμένη, μία πόλη που οι δάσκαλοι δε θέλουν επουδενί να μετατεθούν, γιατί εκεί η καυτή ζέστη και το ρεκόρ ανεργίας (40%) τρελαίνουν τους ανθρώπους. Ψωμί, δουλειά και αξιοπρέπεια διεκδικούσαν στη Γκάφσα . Οι κινητοποιήσεις διήρκησαν έξι ολόκληρους μήνες και θεωρούνται ο προάγγελος της επανάστασης του 2011. Τρεις νεκροί, δεκάδες τραυματίες και εκατοντάδες συλλήψεις ήταν ο απολογισμός της βίαιης καταστολής του καθεστώτος του Μπεν Αλί. «Τότε, όμως, δεν υπήρχαν social media ούτε το Al Jazeera και έτσι δε μάθατε ποτέ για αυτή την εξέγερση» μου 'χε πει ένας Τυνήσιος ακτιβιστής.


Fred Dufour/AFP

Η επανάσταση του 2011 απελευθέρωσε μυαλά, γλώσσες και ανθρώπους. Οι Τυνήσιοι έζησαν την ασυγκράτητη δύναμη της μαζικής εξέγερσης. Δημοσιογράφοι και bloggers μπόρεσαν να υπογράψουν για πρώτη φορά τα κείμενά τους, καταπιεσμένες κοινωνικές ομάδες, όπως οι μαύροι Τυνήσιοι , άρχισαν να γίνονται ορατές, νέοι μουσικοί ενώθηκαν και τραγούδησαν για τη δημοκρατία, κυνηγημένος πολιτικός σκιτσογράφος έκανε έκθεση δίπλα στο προεδρικό μέγαρο ενώ γεννιόταν το πρώτο ανεξάρτητο Μέσο ερευνητικής δημοσιογραφίας και ξαναέβρισκαν τη φωνή τους απαγορευμένα από το παλαιό καθεστώς ανεξάρτητα μίντια νέων δημοσιογράφων. Όποιον Τυνήσιο και να ρωτήσεις θα σου πει ότι το μεγαλύτερο κεκτημένο της επανάστασης είναι η ελευθερία του λόγου, τα στόματα που ξεκλειδώθηκαν και ενεργοποίησαν τους μυς της σκέψης.  

Πιθανότατα να έχεις ακούσει ότι η Τυνησία είναι το success story της «Αραβικής Άνοιξης», αλλά  για τους νέους και τις νέες που ζουν στα σωθικά της μοιάζει συχνά σαν «μια ανοιχτή φυλακή» και δεν είναι λίγες οι φορές που το όνειρο συνορεύει με τη φυγή. Η λέξη harga, που σημαίνει «καίω», είναι μια λέξη που προφέρεται συνεχώς από τα χείλη των Τυνήσιων. Καίω τα σύνορα, καίω τα χαρτιά μου, όπως και να προέκυψε, μιλάει για το ταξίδι χωρίς χαρτιά προς το «Ελντοράντο». Φρέσκια ακόμα στη χώρα, είχα παραξενευτεί όταν έμαθα ότι οι μεγαλύτεροι αριθμοί αυτών που έφυγαν χωρίς χαρτιά για την Ευρώπη κατεγράφησαν τις πρώτες μέρες της πτώσης του δικτάτορα Μπεν Αλί. Μόνο για τη χρονιά 2011-12 εκτιμάται ότι 1.500 Τυνήσιοι εξαφανίστηκαν στη θάλασσα . Το όνειρο και η ελευθερία είχαν ταυτιστεί με την Ευρώπη. Οι Τυνήσιοι δεν ένιωθαν πολίτες στην ίδια τους τη χώρα και ήταν μόνο μετά την επανάσταση που διεκδίκησαν σθεναρά το δικαίωμα του πολιτεύειν (citoyenneté).


Fethi Belaid/Getty Images

Στα δυόμιση χρόνια που έζησα εκεί, συνάντησα Τυνήσιους που όντας για μέρες πεινασμένοι, έκλεψαν πεπόνια από χωράφια στον Έβρο, άκουσα τον Ζορμπά να παίζει δυνατά σε ένα περίπτερο γιατί ο περιπτεράς θα παντρευόταν μια Ελληνίδα, αλλά εκείνη τον ξεγέλασε, ενώ μου έκανε το τραπέζι ο Foued που εγκατέλειψε το «νεκροταφείο των ονείρων» για κάτι καλύτερο και κατέληξε ο ίδιος διακινητής μεταναστών στα βουνά της βόρειας Ελλάδας. 

Στην Τυνησία ζουν πολλοί Ευρωπαίοι, ως επί το πλείστον Γάλλοι και Ιταλοί. Έρχονται να εργαστούν σε ΜΚΟ, να μάθουν αραβικά ή να κάνουν έρευνα για το διδακτορικό τους μιας και η Τυνησία αποτελεί πια αγαπημένο θέμα των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Αν ταξιδεύεις από τον Βορρά προς τον Νότο τα σύνορα είναι ανοιχτά. Για την ακρίβεια, με περίπου 300 ευρώ και χωρίς καν να χρειάζεσαι βίζα, μέσα σε λίγες ώρες βρίσκεσαι από την Αθήνα στην Τύνιδα. Για να φτάσεις από την Τυνησία στην Ευρώπη τα ναυτικά μίλια είναι ελάχιστα αλλά το πράσινο διαβατήριο -και όχι το «πολυπόθητο ευρωπαϊκό μπορντό»- καθιστά το αίτημα για βίζα πολύ δύσκολο έως και αδύνατο.


Graffiti για την επανάσταση στη συντηρητική πόλη Κερουάν. Ιούνιος 2014.       Jenny Tsiropoulou/ThePressProject

Πολιτικές α λα Μπεν Αλί με δημοκρατικό αμπαλάζ


Ήταν 7 Νοεμβρίου του 1987 όταν ο Μπεν Αλί άρπαξε τα σκήπτρα της Τυνησίας από τον επί 31 χρόνια πρόεδρο (1956-1987) Χαμπίμπ Μπουργκίμπα μετά από ένα «βελούδινο πραξικόπημα ». Άλλαξε το Σύνταγμα ώστε να παρατείνει τις θητείες του ενώ εκλεγόταν άλλοτε χωρίς αντίπαλο και άλλοτε με 90% των ψήφων.

Δέκα μέρες αφού ο μικροπωλητής λαχανικών ξεψύχησε, στις 14 Ιανουαρίου του 2011, οι Τυνήσιοι έκλαιγαν στους δρόμους από χαρά ενώ φώναζαν gage! (Ουστ!). Ο Μπεν Αλί έμπαινε σε ένα αεροπλάνο και δραπέτευε στη χρυσή εξορία της Σαουδικής Αραβίας μετά από 23 χρόνια στην εξουσία.

Μετά την πτώση του δικτάτορα, η διακυβέρνηση της χώρας πέρασε στο ισλαμιστικό κόμμα Ennahda -του οποίου ο αρχηγός ήταν εξόριστος στο Λονδίνο από το 1989. Γιατί, όμως, ένα ισλαμιστικό κόμμα (φίλα προσκείμενο στο ερντογανικό AKP) κέρδισε με 37% τις πρώτες ελεύθερες εκλογές μετά από μια επανάσταση που ζητούσε δημοκρατία; Σε αυτό το άρθρο δε θα το αναλύσουμε ενδελεχώς, αλλά την απάντηση μπορεί να αναζητήσει κάποιος στο ότι από το 1956 -χρονιά της ανεξαρτησίας της Τυνησίας από τη Γαλλία- και μετά, η χώρα κυβερνήθηκε από γαλλόφωνες ελίτ υποτακτικές στα Δυτικά μοντέλα. Ο πρώτος και αμφιλεγόμενος πρόεδρος Χαμπίμπ Μπουργκίμπα (για άλλους θεός για άλλους δικτάτορας) εμφανιζόταν στην τηλεόραση κατά το Ραμαζάνι, πίνοντας πορτοκαλάδα την ώρα της νηστείας. Έπειτα, για δεκαετίες, το καθεστώς του Μπεν Αλί εξόριζε ή φυλάκιζε και βασάνιζε τους ισλαμιστές. Οι γενειάδες και οι μαντήλες απαγορεύονταν. Κι ό,τι απαγορευόταν, εξερράγη αφειδώς μετά το 2011. «Οι μαντήλες έγιναν μόδα μετά την επανάσταση» μου επαναλάμβαναν προβληματισμένες πολλές Τυνήσιες. 


Jenny Tsiropoulou/ThePressProject

Τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 2014, οι Τυνήσιοι βούτηξαν ξανά το δάχτυλό τους στο εκλογικό μπλε μελάνι, σε ατμόσφαιρα ευφορίας για τις πρώτες ελεύθερες βουλευτικές και προεδρικές εκλογές στη χώρα τους, πεπεισμένοι πια ότι πρέπει να παραγκωνίσουν τους ισλαμιστές. Και τα κατάφεραν. Οι κοσμικοί κεντρώοι Nidha Tounes κέρδισαν τις βουλευτικές εκλογές, ενώ ο 87χρονος επικεφαλής τους, Καΐντ Εσέμπσι, χρίστηκε και πρόεδρος της χώρας. Μεγάλα Δυτικά Μέσα έγραφαν κοντόφθαλμα: «Ολοκληρώθηκε η μετάβαση της Τυνησίας προς τη δημοκρατία».

Η γιορτή στους δρόμους χάλασε απότομα, αφού γρήγορα το τοπίο θύμιζε την εποχή του Μπεν Αλί και όποιος τολμούσε να ενοχλήσει το «μη μου τους κύκλους τάραττε» της κυβέρνησης, καταγγέλλοντας παραβιάσεις της αστυνομίας, του στρατού ή αξιωματούχων της κυβέρνησης βρισκόταν εν ριπή οφθαλμού στη φυλακή . Πολύ σύνηθες φαινόμενο δε, ήταν γνωστοί ακτιβιστές να βρίσκονται κατηγορούμενοι «διά μαγείας» για κατοχή χόρτου και η συγκεκριμένη ποινή δεν είναι εξαγοράσιμη στην Τυνησία.

Συνεχίζοντας να επιβεβαιώνει τους σκεπτικούς, τον Σεπτέμβριο του 2017, η κυβέρνηση ψήφισε νόμο που προσέφερε αμνηστία στους ολιγάρχες και τους πολιτικούς του Μπεν Αλί που κατηγορούνταν για διαφθορά, με μόνο αντάλλαγμα να επιστρέψουν τα χρήματά τους στην Τυνησία και να τους επιβληθεί κάποιο πρόστιμο.
 

Ένα βλέμμα στα σπίτια και τους δρόμους

 
Το 2015 ήταν μια αιματοβαμμένη χρονιά που στην ιστορία της χώρας έγραψε τρεις τρομοκρατικές επιθέσεις: στο Μουσείο Μπαρντό , στην κοσμοπολίτικη παραλία της νοτιοανατολικής Σούσα και στο λεωφορείο της προεδρικής φρουράς που βρισκόταν στο κέντρο της πρωτεύουσας. Μετά από τις επιθέσεις η κυβέρνηση επέβαλε απαγόρευση κυκλοφορίας και κλεινόμασταν υποχρεωτικά στο σπίτι, ενίοτε και από τις 6 το απόγευμα μέχρι το ξημέρωμα της επόμενης μέρας. Τον Μάρτιο του ίδιου έτους, το κράτος θέσπισε κατακριτέους από διεθνείς οργανώσεις «αυθαίρετους περιορισμούς» σε γυναίκες και άντρες μέχρι 35 χρονών, απαγορεύοντάς τους την έξοδο από τη χώρα μόνο λόγω της ηλικίας τους. Όλοι αντιμετωπίζονταν ως εν δυνάμει τρομοκράτες που θα κατέφευγαν πιθανότατα στη Λιβύη για εκπαίδευση. Αυτή η παραβίαση του διεθνούς δικαίου και του αισθήματος κοινωνικής δικαιοσύνης όξυνε τον θυμό των νέων που επιστρέφονταν σπίτι τους από τα σύνορα και τα αεροδρόμια ακόμα κι όταν είχαν το απαιτούμενο έγγραφο πατρικής συναίνεσης, ακυρώνοντας έτσι μέχρι και σπουδές στο εξωτερικό.


Jenny Tsiropoulou/ThePressProject

Οι Τυνήσιοι, όμως, δεν το έβαλαν κάτω. «Δεν πρέπει να τους χαρίσουμε την ελευθερία μας γιατί αγωνιστήκαμε σκληρά για να την κατακτήσουμε. Εμείς είμαστε η ζωή» μου έλεγαν τυλιγμένοι σε ασπροκόκκινες σημαίες.

Στην Τυνησία γνώρισα νέους ανθρώπους που κανόνιζαν φιλοσοφικές συζητήσεις σε πάρκα, καλλιτέχνες που διοργάνωναν φεστιβάλ μουσικής σε φάρμες, νέους κινηματογραφιστές που κέρδισαν βραβεία και σε φεστιβάλ στην Αθήνα , γκέι που μάχονταν δημόσια με κάθε κόστος για να αποποινικοποιηθεί η ομοφυλοφιλία, γυναίκες εργάτριες που αυτο-οργανώθηκαν για να κρατήσουν ανοιχτό ένα χρεωκοπημένο εργοστάσιο, γυναίκες που ανυπομονούσαν να παντρευτούν τον μη μουσουλμάνο φίλο τους -δικαίωμα που κατέκτησαν μόλις το 2017 ενώ για τους άντρες δεν υπήρχε αντίστοιχος περιορισμός- και είδα ερωτευμένους έφηβους να περπατούν πιασμένοι χέρι-χέρι κόντρα στα ήθη του δημόσιου χώρου. Άκουσα ιστορίες σε φτωχογειτονιές από άθεους γονείς που το παιδί τους έγινε τζιχαντιστής λόγω της απογοήτευσης, της οικονομικής και κοινωνικής περιθωριοποίησης. «Εμείς ζούσαμε πάντα ελεύθερα, ήμασταν σαν ευρωπαϊκή χώρα. Πώς γίναμε έτσι;» μου 'χε πει ο Χαλίφα . Για κάποιον που έχει ζήσει στην Τυνησία με τις εκκλησίες, τις συναγωγές και τους ανθρώπους της που σου εύχονται «Καλά  Χριστούγεννα» ενώ σε φιλεύουν ανεξαρτήτως θρησκείας χουρμάδες και κους-κους με ψάρι στο ραμαζάνι, μοιάζει σε πρώτη ανάγνωση σαν μεγάλο παράδοξο το ότι η χώρα είναι η πρώτη σε εξαγωγή τζιχαντιστών .


Jenny Tsiropoulou/Περιοδικό ΜΕΤΡΟ

Σε αυτόν τον μεσογειακό τόπο που δεσπόζουν τα ελαιόδεντρα και οι φοίνικες, οι άνθρωποι είναι ευγενικοί, ανοιχτόμυαλοι και φιλόξενοι. Σου ανοίγουν το σπίτι τους και βγάζουν το καλύτερό τους σερβίτσιο για τον ξένο. Οι νέοι και οι νέες διασκεδάζουν, πίνουν άφθονες Celtia -η ντόπια μπύρα- και χορεύουν μέχρι το πρωί στα μπαρ. Κοπέλες με μαντήλες πίνουν τσάι και μιλάνε δυνατά με κοπέλες χωρίς μαντήλα , ενώ τα ανδροκρατούμενα παραδοσιακά καφενεία είναι ολημερίς φορτωμένα με θαμώνες που συζητούν πολιτικά αναπληρώνοντας τα χρόνια της σιωπής.






338 άνθρωποι πέθαναν και 2.147 τραυματίστηκαν το 2011 στο όνομα της επανάστασης και της ελευθερίας. 2 στους 3 δολοφονήθηκαν από σφαίρα και 8 στους 10 ήταν κάτω από 40 χρονών. Οι άνθρωποι και οι δρόμοι στην Τυνησία δεν θα είναι ποτέ πια οι ίδιοι. 




7 χρόνια μετά: Νέοι και νέες μας γράφουν από την Τυνησία


«Το σύνθημα "Τυνησία, Η πρώτη δημοκρατία του αραβικού κόσμου" το σάρωσε το κτίριο μιας τράπεζας. Η Τυνησία, όπως και η Ελλάδα, παραδόθηκε στους νόμους των τραπεζών-γκάνγκστερ»




Ριμ Μπεν Φραζ, 33 χρονών, Δημοσιογράφος

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011 και στη μέση του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί στη λεωφόρο Μπουργκίμπα, μπροστά από το υπουργείο Εσωτερικών, συνάντησα μετά από χρόνια τις καθηγήτριες αραβικών και φιλοσοφίας από το λύκειό μου. «Να θυμάστε καλά αυτές τις στιγμές, θα τις λέτε στα παιδιά σας» μου είπαν. Είχα ξυπνήσει γύρω στις 9 το πρωί από το θόρυβο των ελικοπτέρων πάνω από τη γειτονιά μου. Μέναμε ακριβώς πίσω από το υπουργείο.

Το προηγούμενο βράδυ είχαμε πάει για ύπνο με τον απόηχο των «διαδηλωτών» στα αυτιά μας, που παρά την απαγόρευση κυκλοφορίας, είχαν βγει στους δρόμους για να ζητωκραυγάσουν υπέρ του Μπεν Αλί. Μόλις είχε κάνει την τελευταία του ομιλία στην τηλεόραση λέγοντας το περίφημο: «Τώρα πια σας καταλαβαίνω».
 
Κατά τις 10 το πρωί, ο πατέρας μου μας πήρε τηλέφωνο: «Κορίτσια, είμαι στην Μπουργκίμπα, διαδηλώνουμε κατά του Μπεν Αλί, ελάτε!». Αφήσαμε το σπίτι βιαστικά με ένα μείγμα φόβου και ενθουσιασμού.
 
«Απαγορεύεται να περάσετε» μας είπαν δύο αστυνομικοί.
 
«Θα περάσουμε, μας περιμένει ο πατέρας μας!» τους φώναξα.

Ο πατέρας μας στεκόταν ανάμεσα στο πλήθος και φώναζε συνθήματα. Το Al Jazeera ήταν εκεί και τραβούσε. Γύρω μου πολλοί φίλοι και γνωστοί. Οι ώρες που ακολούθησαν ήταν γεμάτες από σύγχυση: προχωρούσαμε, τρέχαμε προς τα πίσω, βρίσκαμε καταφύγιο μέσα σε μαγαζιά, κρυβόμασταν στα στενά, όλοι πνιγμένοι μέσα σε σύννεφα από δακρυγόνα.
 
Το απόγευμα τα νέα διαδίδονταν από άκρη σ' άκρη σε όλη τη χώρα: «Μπήκε σε ένα αεροπλάνο. Το 'σκασε, έφυγε!».
 
Η εικόνα που δεν ξεχνάω από εκείνη τη μέρα ακόμα και 7 χρόνια μετά, είναι ο πατέρας μου να ξεπροβάλλει με το μακρύ παλτό του μέσα από τα σύννεφα με τα δακρυγόνα, σαν τον Σούπερμαν, για να μας σώσει από το μίσος των αστυνομικών.  Ποτέ στη ζωή μου δεν ξανάδα τόσο μίσος. Και με το ίδιο μίσος συνέχισαν τους μήνες που ακολούθησαν τη φυγή του δικτάτορα.
 
Πού βρισκόμαστε εμείς σήμερα, εμείς, η γενιά που έκανε την επανάσταση;

Η πλειοψηφία είναι, όπως κι εγώ, πάντα σε επισφάλεια, έχοντας συσσωρεύσει εμπειρίες και απογοητεύσεις. Μία μικρή μειοψηφία βολεύτηκε στη γραφειοκρατία των επιδοτούμενων ΜΚΟ, ενώ μία άλλη μειοψηφία μετανάστευσε.
 
Όλα αυτά που ζήσαμε μάς κάνουν να πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι στην εξουσία - οι οποίοι είναι σχεδόν ίδιοι με εκείνους πριν από την επανάσταση αφού έγινε απλώς ένα μικρό «update» προσώπων - είναι εκεί για να μας αποθαρρύνουν και για να μας ωθήσουν να πάρουμε ένα αεροπλάνο και να πάμε οπουδήποτε αλλού εκτός από δω.
 
Ο αριθμός των Τυνήσιων φοιτητών που επωφελούνται από το πρόγραμμα Erasmus τριπλασιάστηκε, αλλά η βίζα για τις χώρες Σένγκεν παραμένει κάτι σχεδόν άπιαστο.
 
Το σύνθημα στη λεωφόρο Μπουργκίμπα - «Τυνησία, Η πρώτη δημοκρατία του αραβικού κόσμου» - έχει εξαφανιστεί εδώ και λίγο καιρό. Το σάρωσε το θεόρατο κτίριο μιας τράπεζας. Συμβολικά, αυτό τα λέει όλα. Η Τυνησία, όπως και η Ελλάδα, παραδόθηκε στους νόμους των τραπεζών-γκάνγκστερ.
 
Σήμερα, ναι, μπορούμε πια να μιλήσουμε (σχεδόν) για όλα και να γράψουμε (σχεδόν) για όλα. Αλλά η στάση της μαφίας που είναι στην εξουσία συνοψίζεται στο εξής: «Όσο προκαλείς, τόσο με ενδιαφέρεις».
 
Τοπικές εξεγέρσεις διαδέχονται η μία την άλλη αδιάκοπα. Σπάνια, όμως, δίνουν απτά αποτελέσματα.
 
Τα κινήματα προσπαθούν να εμποδίσουν τις πιο τερατώδεις πρωτοβουλίες του νέου καθεστώτος - ενός περίεργου συνασπισμού πρώην Μπεν-Αλιστών, τεχνοκρατών, «δημοκρατών» και ισλαμιστών: Προσπαθούμε να εμποδίσουμε τον λεγόμενο «νόμο της οικονομικής συμφιλίωσης» που θέλει να ξεπλύνει τα οικονομικά εγκλήματα του παλαιού καθεστώτος και το νομοσχέδιο που θέλει να δώσει περισσότερες εξουσίες στην αστυνομία. Δύο συλλογικότητες δημιουργήθηκαν προκειμένου να σταθούν απέναντί τους.
 
Ο αγώνας συνεχίζεται στην Τυνησία, όπως και στην Ελλάδα, ενάντια σε αυτούς που κάνουν πράξη την οθωμανική παροιμία «Φίλα το χέρι που δεν μπορείς να δαγκώσεις». Και όσο για αυτούς που νοσταλγούν το παλαιό καθεστώς λέγοντας ότι «τουλάχιστον τότε υπήρχε τάξη», έχουμε να τους πούμε μόνο ένα πράγμα: Η αταξία του λαού είναι πάντα προτιμότερη από την τάξη των στρατώνων και των φυλακών τους.

«Αυτοί που δεν έμαθαν να ζουν με ελευθερία και δημοκρατία, τώρα νοσταλγούν τους δικτάτορες και ψάχνουν έναν πατέρα-προστάτη»




Ανίς Μόκνι, 36 χρόνων, Καθηγητής ξένων γλωσσών και μεταφραστής

Μετά από τη φυγή του Τυνήσιου δικτάτορα, τα Δυτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, και κυρίως τα γαλλικά, έψαξαν να προσδώσουν έναν χαρακτηρισμό στην επανάσταση της Τυνησίας, όπως αυτή των Γαρυφάλλων (Πορτογαλία), των Τουλιπών (Κιργιστάν) ή των Ρόδων (Γεωργία). Για εμάς βρήκαν τα Γιασεμιά, κάτι που δεν χαροποίησε ιδιαίτερα τους ανθρώπους που πίστεψαν βαθιά στην ανατροπή του καθεστώτος και που θυσίασαν πολλά για να ζήσουν αυτή τη μέρα. Αυτές οι θυσίες δεν είχαν το γλυκό άρωμα του γιασεμιού.

Το «Γιασεμί» τους αντανακλούσε την Τυνησία-καρτ ποστάλ: ήλιος και θάλασσα για λίγα ψίχουλα. Εμείς είχαμε ανάγκη από έναν χαρακτηρισμό που θα αντανακλούσε μια επανάσταση που το αίμα κυλούσε ποτάμι και οι άνθρωποι διεκδικούσαν μια καλύτερη μέρα για τα παιδιά τους. Όσο για την «Αραβική Άνοιξη», κάποιοι τη χλευάζουν αποκαλώντας την «εβραϊκή άνοιξη» είτε για ιδεολογικούς λόγους (στήριξη στο καθεστώς του Καντάφι ή του Άσαντ) είτε από απογοήτευση εξαιτίας της ανόδου των ισλαμιστών στην εξουσία όπως συνέβη στην Τυνησία και την Αίγυπτο.

Θυμάμαι, τις πρώτες μέρες μετά την πτώση του Μπεν Αλί νιώθαμε συναισθήματα πρωτόγνωρα, σχεδόν ανεξήγητα. Στον αέρα μύριζε έρωτας και στα πρόσωπα των ανθρώπων έβλεπες την εμπιστοσύνη και την περηφάνια. Εκείνες τις μέρες, ο λαός ένιωσε ότι μπορούσε πραγματικά να αποτελέσει μέρος του δημοκρατικού κόσμου, ότι μπορούσε να μιλήσει ελεύθερα και να αποκτήσει έναν αξιοπρεπή πολιτικό βίο.

Έβλεπες τους ανθρώπους να σέβονται τις πινακίδες στους δρόμους, οι λαθρεπιβάτες των μέσων μαζικής μεταφοράς πλήρωναν για πρώτη φορά εισιτήριο, θέλοντας να δείξουν ότι είναι σωστοί πολίτες, οι νέοι σκούπιζαν τα πεζοδρόμια στη λεωφόρο Μπουργκίμπα και όλοι συζητούσαμε παντού. Νέοι και μεγαλύτεροι ταξίδευαν σε ξεχασμένα χωριά για να πουν ένα «ευχαριστώ»: ένα «ευχαριστώ για τις θυσίες των ανθρώπων και για τον καθημερινό τους αγώνα ενάντια στην αστυνομία και τους πράκτορες του καθεστώτος τις ημέρες της επανάστασης. Οι νέοι οργάνωναν εκδρομές για να γνωρίσουν τη χώρα τους, αυτή την «άλλη Τυνησία».

Υπήρξε μια πατριωτική ανάταση που έδωσε ελπίδα για μια καλύτερη Τυνησία, με διάθεση αγνή και ειλικρινή για να καλυτερέψουμε τα πράγματα. Ωστόσο, η πολιτική ανωριμότητα του λαού, η λαβή στραγγαλισμού του παλαιού καθεστώτος στα ΜΜΕ, τα εφηβικά καπρίτσια και ο εγωισμός των πρώην αντικαθεστωτικών που έγιναν οι νέοι πολιτικοί παίκτες , ήταν οι παράγοντες που συνέβαλαν στη μη εκπλήρωση των προσδοκιών μας και στη μεγάλη απογοήτευση των νέων. Ολοένα και περισσότεροι νέοι, πτυχιούχοι ή μη, εργαζόμενοι ή άνεργοι, όλοι έχουν μία και μοναδική επιθυμία: να φύγουν από τη χώρα προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.

Σήμερα νιώθω απογοήτευση εξαιτίας της επιστροφής του παλιού συστήματος. Τι κι αν τα πρόσωπα είναι καινούρια; Η προπαγάνδα των ΜΜΕ, τα ψέματα, οι ψεύτικες υποσχέσεις και κυρίως η επιστροφή του αστυνομικού κράτους -βία κατά των πολιτών, μηχανορραφίες και ατιμωρησία- όλα είναι πάλι τα ίδια. Και πικρία -για την επανάσταση που δεν έφτασε όσο ψηλά έφτασαν οι φιλοδοξίες μας, για τις οικονομικές δυσκολίες, τις πελατειακές σχέσεις, την αμνηστία στο παλαιό καθεστώς, ακόμα και για το ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να κάνουμε online συναλλαγές.

Διαφθορά, δωροδοκίες στα τελωνεία, στην αστυνομία, στα υπουργεία, ανισότητες και χάσμα μεταξύ ευνοημένων και εγκαταλελειμμένων περιοχών, έλλειψη υποδομών: φάκελοι που έμειναν ανοιχτοί και παραπεταμένοι από όλες τις κυβερνήσεις. Αυτές είναι οι διεκδικήσεις μας και σήμερα.

Η τωρινή κυβέρνηση εκλέχθηκε χάρη σε μια καμπάνια που πόνταρε στον φόβο της τρομοκρατίας και όχι χάρη στο πρόγραμμά της -σε κάθε περίπτωση δεν έχει υλοποιήσει τίποτα.

Προσωπικά νιώθω απογοητευμένος και από ένα μεγάλο μέρος των Τυνήσιων που έδειξε ανωριμότητα, αφέλεια και έναν εγωισμό που δεν ταιριάζει σε έναν αξιοπρεπή λαό που νιώθει ότι προπορεύεται από τους γείτονές του σε παιδεία και κουλτούρα. Νιώθω απογοητευμένος ειδικά από αυτούς που έζησαν δύο δικτατορίες (σ.σ. του Μπουργκίμπα και του Μπεν Αλί) και δεν έμαθαν να ζουν με ελευθερία έκφρασης και δημοκρατία και τώρα νοσταλγούν τους δικτάτορες και ψάχνουν έναν «πατέρα-προστάτη». 

«Πώς να υπερηφανευόμαστε ότι είμαστε η μόνη χώρα που η "Αραβική Άνοιξη" πέτυχε, όταν γύρω μας βλέπουμε μόνο ερείπια;» 



 
Αμπίρ Γάσμι, 31 χρονών, Σεναριογράφος
 
Κάθομαι να γράψω αυτές τις γραμμές και συνειδητοποιώ ότι έχω πάρα πολύ καιρό να ακούσω τη λέξη «επανάσταση». Τα μίντια, οι άνθρωποι στους δρόμους, και πόσο μάλλον οι πολιτικοί, αλλά ακόμα κι εμείς που βγήκαμε να εξεγερθούμε, σπάνια πια μιλάμε για την επανάσταση. Αυτή η λέξη ξεχάστηκε σε μια σκοτεινή γωνιά της μνήμης μου.
 
Ξεχάστηκε γιατί, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, συνδέθηκε με ένα συνονθύλευμα πικρίας και ντροπής. Ντροπή γιατί οι φτωχοί και κατατρεγμένοι αυτής της χώρας είναι ακόμα πιο φτωχοί και πιο κατατρεγμένοι από πριν. Ντροπή γιατί υπήρχε ένα κομμάτι απλών ανθρώπων που η δικτατορία του Μπεν Αλί δεν τους ενοχλούσε, αλλά η ζωή τους έχει διαταραχθεί και είναι δύσκολη. Ντροπή γιατί υπάρχουν συμπολίτες μου που μόνο ο φόβος του δικτάτορα τους συγκρατούσε σαν λουρί. Ντροπή και οργή απέναντι σε μια πολιτική τάξη ηλίθια, ανίκανη και άπληστη, που δεν νιώθει τι συμβαίνει στην πατρίδα μας. Ντροπή και ενοχή για ό,τι συνέβη στη Συρία, τη Λιβύη, την Υεμένη, την Αίγυπτο. Πώς να υπερηφανευόμαστε ότι είμαστε η μόνη χώρα στην οποία η «Αραβική Άνοιξη» πέτυχε, όταν γύρω μας βλέπουμε μόνο ερείπια; («Αραβική Άνοιξη»: όρος που εφευρέθηκε από τη Δύση για να αντικαταστήσει την επανάσταση της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας.)
 
Γιατί δυσκολεύομαι να δεχτώ έστω τις μικρές μας νίκες; Γιατί την επόμενη μέρα από την πτώση του Μπεν Αλί, πιστέψαμε ότι όλα είναι εφικτά, ΟΛΑ. Μια καινούρια Τυνησία, αυτή που εμείς, οι επαναστατημένοι, οι ιδεαλιστές, την ονειρευόμασταν εδώ και χρόνια. Η δική μας Τυνησία θα τολμούσε, θα είχε ισότητα, πρωτοπορία, δημιουργικότητα.
 
Έπρεπε να απελευθερωθούμε από τον ζυγό, να πιάσουμε το μέλλον από τα μαλλιά. Δημιουργήσαμε μια ευκαιρία, η οποία δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά, και έπρεπε να την αρπάξουμε με όλη αυτή την ώθηση που είχαμε από τις εκρήξεις ζωής, αγάπης και ελπίδας. Αλλά η ευκαιρία χάθηκε πολύ γρήγορα, πριν προλάβουμε καν να ανακτήσουμε την ανάσα μας από το κυνηγητό με την αστυνομία.
 
Σήμερα τίποτα δεν μας αρέσει, όπως λέει ο ποιητής Mahmoud Darwich. Αλλά σήμερα μπορούμε τουλάχιστον να το πούμε. Μπορούμε να συζητήσουμε σχεδόν τα πάντα. Μπορούμε να δημιουργήσουμε, χωρίς περιορισμούς, χωρίς φόβο. Δίνουμε δίκαιους αγώνες που άλλοτε τους χάνουμε και άλλοτε τους κερδίζουμε. Αλλά το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι ότι νιώθουμε επιτέλους ότι αυτή η χώρα δεν είναι ξένη, είναι δικιά μας και δε θα την εγκαταλείψουμε.

Φυσικά, υπάρχει βία, ένταση, ακόμη και τρομοκρατία. Φυσικά, υπάρχει διαρροή εγκεφάλων και παράνομη μετανάστευση, που ούτε μπορούμε πια να μετρήσουμε τους νεκρούς μας στη Μεσόγειο. Φυσικά υπάρχει μιζέρια, αδικία, ανισότητα. Φυσικά και αυτό πονάει, πονάει πολύ. Αλλά υπάρχει επίσης μια ολοζώντανη νεολαία, έξυπνη, δημιουργική, δυνατή, που δεν τα παρατάει μπροστά στα εμπόδια. Νέες πρωτοβουλίες γεννιούνται κάθε μέρα και κάθε μέρα αναζητούμε λύσεις και κάθε μέρα μεγαλώνουμε. Υπάρχει μια εξαιρετικά ενεργή κοινωνία των πολιτών με επιρροή. Υπάρχουν συζητήσεις γύρω από ζητήματα θεμελιώδη και ευαίσθητα, και έτσι προκύπτουν διαφωνίες ουσιαστικές και πρωτοφανείς για μια αραβική χώρα. Υπάρχουν νόμοι που εγκρίνονται και αποτελούν αδιαμφισβήτητες νίκες μας.
 
Ένας φίλος καμιά φορά λέει τα λόγια από τον Μονομάχο:

Μάρκος Αυρήλιος: Μάξιμε, τι είναι τελικά η Ρώμη;
 
Μάξιμος: Είδα πολλά μέρη στον κόσμο. Είναι βίαιος, κακός και σκοτεινός. Η Ρώμη είναι το φως!

Για εμάς, το φως είναι η Καρχηδόνα.
 

«Καλύτερα να ζεις ελεύθερος με οικονομικά προβλήματα παρά να ευημερείς σε ένα φασιστικό καθεστώς»




Άιμεν Αμπντεράχμεν, 29 χρονών, Δημοσιογράφος

Σχεδόν 7 χρόνια μετά την επανάσταση της Τυνησίας, οι πληγές παραμένουν ανοιχτές και τα ερωτήματα αναπάντητα. Ως ακτιβιστής που προέρχομαι από τη μικρή εκείνη πόλη από όπου ξεκίνησαν όλα -το Σίντι Μπουζίντ- έβλεπα τόσα πολλά πράγματα να αλλάζουν: άλλαζα πρώτα εγώ ο ίδιος και άλλαζε κι όλη η χώρα. Ή μάλλον, όλη η χώρα εκτός από το Σίντι Μπουζίντ, τη μήτρα της Αραβικής Άνοιξης.

Οι άνθρωποι εκεί έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους, αλλά φαίνεται ότι η κυβέρνηση στην Τύνιδα δεν έμαθε ποτέ το μάθημά της. Η έγνοια της είναι η συνεχής επένδυση σε μη κερδοφόρους τομείς -όπως ο all inclusive τουρισμός της παραλίας- και η πεισματική παραμέληση της ραχοκοκαλιάς της οικονομίας μας, δηλαδή της γεωργίας. Όταν οι κάτοικοι του εξαθλιωμένου τυνησιακού νότου διαμαρτύρονται γι' αυτό, τους αποκαλούν αγροίκους, αχάριστους και εξτρεμιστές.

Αυτές οι πολιτικές της κυβέρνησης οδηγούν πάντα στα γνωστά αποτελέσματα: καμία σταθερότητα και καμία ευημερία για τον λαό. Αλλά, δυστυχώς, αυτό δε σε εκπλήσσει αν γνωρίζεις ότι το κυβερνών πολιτικό κόμμα είναι η ανακυκλωμένη έκδοση του καθεστώτος ενάντια στο οποίο επαναστατήσαμε.

Πριν από λίγες εβδομάδες, σκεφτόμουν κάτι αστείο και λυπηρό μαζί: βρήκα μια φωτογραφία που είμαστε εγώ και δύο φίλοι μου σε μια διαμαρτυρία κατά της διαφθοράς στην Τυνησία. Τώρα ζούμε και οι τρεις μας στο εξωτερικό σε τρεις διαφορετικές ηπείρους. Είναι καταθλιπτικό να βλέπεις την Τυνησία να παραμένει βαθιά βουτηγμένη στη διαφθορά, χρόνια μετά την επανάσταση και παρά τις τόσες θυσίες.

Η κυβέρνηση προσποιείται ότι πιάνει τα μεγάλα κεφάλια, αλλά μόλις η υπόθεση ξεχαστεί από τα μίντια, τους αφήνει να φύγουν από την πίσω πόρτα. Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις και πρόσφατες μελέτες για την Τυνησία, οι άνθρωποι αισθάνονται ότι η διαφθορά σήμερα είναι πολύ πιο έντονη σε σχέση με πριν από την επανάσταση. Το ακόμα χειρότερο είναι το brain drain: η φυγή των νέων, μορφωμένων και κοινωνικά ενεργών πολιτών που απομένουν χωρίς καμία άλλη επιλογή.

Το μέλλον της Τυνησίας βρίσκεται τώρα στα χέρια της κοινωνίας των πολιτών και των νέων ακτιβιστών που είτε ζουν στην Τυνησία είτε έξω, προσπαθούν να δημιουργήσουν δίκτυα συνεργασίας και να ανοίξουν νέους ορίζοντες για τη χώρα.

Ήμουν στην πρώτη γραμμή της επανάστασης και αυτό μεγαλώνει τις προσδοκίες μου. Είναι αλήθεια ότι η Τυνησία δεν κατάφερε και πολλά. Αν μετανιώνω για ό,τι έγινε; Κάθετα όχι. Καλύτερα να ζεις σε μια ελεύθερη κοινωνία με οικονομικά προβλήματα παρά να ευημερείς κάτω από ένα φασιστικό καθεστώς.


*Η κεντρική φωτογραφία είναι του Christopher Furlong/Getty Images
σχόλια - Κάνε κλικ για να σχολιάσεις
ThePressProject